Γιάννη Ρίτσου, Ένα σκυλί μέσα στη νύχτα Εἶχε χάσει τὸν κύριό του, εἶχε χάσει τὸ νερό του, τὸ σκουτέλι του, τὸ λουρί του, τὸν ἴσκιο τοῦ κυρίου του στὸ πάτωμα, τὸν τρόπο νὰ κινῇ τὴν οὐρά του, καὶ κεῖνο τὸν ἀέρα ἀνάμεσα στὶς δυό πόρτες τοῦ διαδρόμου ποὔκανε ἕνα ρεῦμα φωτεινό τὶς Κυριακὲς κι ὁ ἀέρας φυσοῦσε τὸ τρίχωμά του σὰν κάποιος νὰ τὸ χτένιζε Ὅλα τἄχασε. Τώρα τὸ μαλλί του πεσμένο, ἡ οὐρά του λερωμένη, νεκρή. Τὰ δυό μεγάλα σκοτεινά του μάτια τσιμπλιασμένα Γυρίζει, ὀσμίζεται τὸν ἀέρα – ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του; καὶ γιατί;.. Μιὰ πελώρια ἀπορία κρέμεται στὶς αὐλές, στοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν, στοὺς ἤχους τῶν δρόμων, ὅταν χτυπάῃ τὸ ρολόι τῆς ἀγορᾶς. Καὶ κεῖνο τὸ σπίτι κλεισμένο. Ἡ μάντρα τοῦ ψηλή – ἀπὸ ποῦ νὰ μπῇ; Πῶς τὄκλεισαν ἀπέξω; Προσβλέπει μὲ κουρασμένο φθόνο τὰ πουλιά∙ ἐκεῖνα μποροῦν καὶ πηδοῦν πάνω ἀπ’ τὴ μάντρα – ἴσως καὶ νὰ τσιμπολογοῦν στὴν αὐλή τὸ δικό του σκουτέλι, ἴσως νὰ μπαίνουν ἀκόμη καὶ στὸ σπίτι ἀπ’ τὴν ὀπὴ τῆς σ...
ΤΗΣ ΝΥΣΤΑΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ ...