Γιάννη Ρίτσου, Ένα σκυλί μέσα στη νύχτα Εἶχε χάσει τὸν κύριό του, εἶχε χάσει τὸ νερό του, τὸ σκουτέλι του, τὸ λουρί του, τὸν ἴσκιο τοῦ κυρίου του στὸ πάτωμα, τὸν τρόπο νὰ κινῇ τὴν οὐρά του, καὶ κεῖνο τὸν ἀέρα ἀνάμεσα στὶς δυό πόρτες τοῦ διαδρόμου ποὔκανε ἕνα ρεῦμα φωτεινό τὶς Κυριακὲς κι ὁ ἀέρας φυσοῦσε τὸ τρίχωμά του σὰν κάποιος νὰ τὸ χτένιζε Ὅλα τἄχασε. Τώρα τὸ μαλλί του πεσμένο, ἡ οὐρά του λερωμένη, νεκρή. Τὰ δυό μεγάλα σκοτεινά του μάτια τσιμπλιασμένα Γυρίζει, ὀσμίζεται τὸν ἀέρα – ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του; καὶ γιατί;.. Μιὰ πελώρια ἀπορία κρέμεται στὶς αὐλές, στοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν, στοὺς ἤχους τῶν δρόμων, ὅταν χτυπάῃ τὸ ρολόι τῆς ἀγορᾶς. Καὶ κεῖνο τὸ σπίτι κλεισμένο. Ἡ μάντρα τοῦ ψηλή – ἀπὸ ποῦ νὰ μπῇ; Πῶς τὄκλεισαν ἀπέξω; Προσβλέπει μὲ κουρασμένο φθόνο τὰ πουλιά∙ ἐκεῖνα μποροῦν καὶ πηδοῦν πάνω ἀπ’ τὴ μάντρα – ἴσως καὶ νὰ τσιμπολογοῦν στὴν αὐλή τὸ δικό του σκουτέλι, ἴσως νὰ μπαίνουν ἀκόμη καὶ στὸ σπίτι ἀπ’ τὴν ὀπὴ τῆς σ...
Η Ανεστολένη ξεπρόβαλε κουτσαίνοντας από τον πόρο του χωραφιού της και πήρε το χορταριασμένο μονοπάτι για να ανεβεί στον αμαξωτό. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν κουβά και στο άλλο ένα μισοάδειο σακί καλαμπόκι. Με είδε και κοντοστάθηκε. Γεια σου θειά. Ήντα κάνεις παιδί μου; Η μάνα σου, ο πατέρας σου η αδερφή σου; Ούλοι καλά θειά Ελένη. Ήντα γυρεύεις επαέ; Ήρθα να θυμηθώ. Εσύ ήντα κάνεις; 20 χρόνια ποθαμένη κι ακόμη έρχεσαι να ταϊσεις και να ποτίσεις το χοίρο; Κάποιες συνήθειες παιδί μου δε σ'αφήνουν ούτε κι όταν ποθάνεις. Άφησε κάτω τον κουβά και το σακκί και έκατσε στο πεζούλι απέναντί μου. Επαέ δίνατε ραντεβού και φιλούσατε τσοι κοπελιές ε; Ναι. Και γράφαμε με κάρβουνο ερωτικές εξομολογήσεις στον ασβεστωμένο τοίχο και στις κολώνες. Θυμάσαι που σου 'καμα την παρατήρηση τότε ε; Και σε έβρισα χυδαία θειά Ελένη. Ποτέ δε σου ζήτησα συγνώμη. Ήσουνα κοπέλι. Και δεν πήγες να το μαρτυρήσεις στη μάνα μου. Με φωνάζατε λαδούρα, αυτό μου 'λειπε να με λέγατε και ρουφιάνα. Ήσουν σφιχτοχ...