Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Έξοδος

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017 0


Ο Θεός κοίταξε με οδύνη το ζεύγος των πρωτόπλαστων καθώς διέσχιζαν με βαριά και αβέβαια βήματα την πύλη του Παραδείσου. Ο πόνος του ήταν βέβαια άσχετος με το γεγονός της Εξόδου. Σκέφτηκε πως ήταν πράγματι σωστή ιδέα να ενσαρκωθεί στο ναυαγισμένο σώμα αυτού του ασπρομάλλη γέρου που υπέφερε από αρθριτικά, δισκοπάθεια, δυσπεψία, υπερταση, κνησμό, συχνουρία και όλα τα κακά που σέρνει ένα γέρικο ανθρώπινο σκαρί. Η πρόσκαιρη αυτή ταλαιπωρία τον βοηθούσε να παίξει το ρόλο του απογοητευμένου Πατέρα σ’αυτήν τη δραματική περίσταση. Στην πραγματικότητα ήταν περήφανος για τα δίποδα κατασκευάσματά του: επιτέλους έφτιαξε κάτι σωστό, και αυτό δεν ήταν άλλο από δυο πλάσματα που ήταν αρκετά σοφά ώστε να πράξουν ένα σοβαρό λάθος. Είχε βαρεθεί να βλέπει τόση τελειότητα στο σύμπαν, το οποίο συμπεριφερόταν με ακρίβεια μηχανής, πάντοτε αυστηρά προβλέψιμο, πάντοτε απελπιστικά κοινότυπο.
Ο Άγγελος δίπλα του με την πύρινη λόγχη περίμενε ένα νεύμα του για να ψήσει τα αμαρτωλά παιδιά του σε θερμοκρασία πολλαπλάσια του κέντρου της γης.
Όμως Εκείνος του ένευσε να κατεβάσει το τρομαχτικό όπλο και να σβήσει το πυρ. Δε χρειαζόταν άλλωστε, τα δυο άτριχα δίποδα είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους και έσερναν τα βήματά τους πιασμένα χέρι – χέρι προς το πεπρωμένο τους.
Καμάρωσε για λίγο τα στιλπνά, γυμνά τους κορμιά που είχε κάποτε φτιάξει από χώμα και νερό και είχε φυσήξει εντός των ένα κομμάτι του εαυτού του. Του εαυτού του. Χα χα χα, γέλασε εντός Του.
Όλα τα είχε κάποτε, μια που ήταν Θεός, εκτός από ένα: την συνείδηση της ίδιας του της υπάρξεως. Ετούτα όμως τα πρωτόβγαλτα ανθρώπινα πλάσματα, προικισμένα όχι μόνο από την απέραντη σοφία του αλλά έχοντας αναπτύξει και μια τελείως δική τους γνώση ανακάλυψαν ή μάλλον όχι δεν ανακάλυψαν, αλλά ΕΦΗΥΡΑΝ το αδιανόητο: τον Θεό και πατέρα τους ως προσωπικότητα. Έως τότε ο Κύριος ήταν ένα με το σύμπαν (το Α και το Ω θα πουν οι επίγονοι όταν ανακαλύψουν κάποτε το αλφάβητο).
Το δένδρο δεν ήξερε ότι ήταν δένδρο, η σαύρα δεν είχε ιδέα ότι ήτα η σαύρα, ο λιόντας δεν ξεχώριζε ότι ήταν άλλο εκείνος και άλλο η γαζέλα που κατακρεουργούσε. Αυτά τα παλιόπαιδα όμως συνειδητοποίησαν την ύπαρξή τους, την ετερότητα, την μοναδικότητά τους και ως αποτέλεσμα αυτής της τρομερής ανακάλυψης συμπέραναν ότι αφού εγώ είμαι εγώ, η Εύα και εσύ είσαι ο Αδάμ, τότε το δένδρο είναι κάτι άλλο, το πουλί κάτι επίσης διαφορετικό και (ω τι φοβερό εύρημα) ο Θεός είναι ένα άλλο υποκείμενο.
Αυτό ήταν λοιπόν το αμάρτημα των αγαπημένων του παιδιών, και για τούτο ένιωθε πραγματικά υπερήφανος, που τα δημιουργήματά του τόλμησαν να δημιουργήσουν μια γνώση η οποία δεν θα υπήρχε χωρίς εκείνους. “Είναι μικροί Θεοί” σκέφτηκε χαχανίζοντας και έδωσε μια φιλική καρπαζιά στον Άγγελο που κοίταζε σαστισμένος τον αφέντη του.
Σο μεταξύ ο Αδλαμ όπως πάντα γκρίνιαζε. Τα πόδια του πονούσαν στο κακοτράχαλο μονοπάτι, κρύωνε, δίψαγε, πείναγε, τον έτρωγαν τ’αρχίδια του, τον έτσουζαν τα μάτια του. Η Εύα όπως πάντα τον παρηγορούσε υπομονετικά και μόνο ένας αλάνθαστος παρατηρητής όπως ο Θεός διέκρινε μια στάλα εκνευρισμού στη φωνή της καθώς εκείνη καθησύχαζε το σύντροφό της.
“Καλά θα περάσουν ετούτοι οι δυο” ξανασκέφτηκε σκωπτικά ο Πανάγαθος και έριξε άλλη μια ξεγυρισμένη φάπα στον Άγγελο.
Ύστερα, το πνεύμα του σοβάρεψε και η ματιά του ξαναστάθηκε τρυφερή στις πλάτες των οριστικά εξόριστων της Εδέμ. Συγκίνηση και στοργή τον κατέκλυσαν και σκέφτηκε εν τη μεγαλοθυμία Του πως αυτά τα δυο παιδιά που τα διώχνει μακριά από τη σκέπη του αξίζουν ένα καλό μπαξίσι για τους κόπους που πρόκειται να κάνουν. Φυσικά δεν έπρεπε αυτά τα αισθήματα να φανερωθούν γιατί υπήρχε φόβος να εκληφθούν ως αδυναμία  ή (εμού του ιδίου φυλάξοι)  υπαναχώρηση.
Έτσι ξαναπήρε το βλοσυρό του ύφος και έκραξε αυστηρά: “Ε, εσείς!”.
Ο Αδάμ κοκάλωσε και γύρισε το κεφάλι όλος ελπίδα. Η Εύα διατηρώντας την αξιοπρέπειά της απλώς σταμάτησε χωρίς να στραφεί.
“Θα φύγετε όπως αποφάσισα” ξεκαθάρισε, “αλλά πριν γίνει αυτό, θα σας χαρίσω κάτι τελευταίο. Τη δυνατότητα να ξεφεύγετε πρόσκαιρα από την κακομοιριά που επέφερε η δόλια πράξη σας. Την Τέχνη, δηλαδή τη δυνατότητα εισόδου σε μια πραγματικότητα πιο ουσιαστική, που θα κανει την ύπαρξή σας πιο υποφερτή και θα σας ανακουφίζει έστω πρόσκαιρα από την ποταπή σας φύση. Θα ακυρώνει το πεπερασμένο του λίγου χρόνου που σας απομένει και θα σας δίδει μια γεύση της αιωνιότητας που κάποτε είχατε ως προοπτική αλλά τη χάσατε. Έτσι ξανακερδίζετε αυτό που υποτίθεται ότι τώρα απωλέσατε. Καταλάβατε;”
Ο Αδάμ πήρε μια ηλίθια έκφραση και στράφηκε απορρημένος προς την Εύα η οποία επιτέλους καταδέχτηκε να κοιτάξει τον ασπρομάλλη γέροντα. Το βλέμμα της όπως πάντα έφτανε πολύ πιο βαθειά από το ανθρώπινό του μασκάρεμα και του θύμισε ότι πάντοτε τον ενοχλούσε αυτή η διεισδυτικότητα και τον έκανε (ναι αυτό το παραδεχόταν) να νιώθει κάπως αμήχανα.
“Ευχαριστούμε μπαμπά, θα σου ανταποδώσουμε το δώρο. Σύντομα, όπως σου αξίζει”. Αχ αυτή ήταν η Εύα του, λιγομίλητη και ουσιαστική. Χωρίς φανφαρονισμούς και γαλυφιές έλεγε μόνο αυτό που σκεφτόταν, χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί τίποτα.  Εντάξει λίγο διφορούμενη, αλλά του άρεσαν τα διπλά μηνύματα. Θεός ήταν.
“Ωραία δουλειά έκανα” συνεχάρη τον εαυτό του ο Πανάγαθος, “Μόνο αυτός εδώ μου βγήκε λίγο μαλάκας, αλλά που θα πάει αυτή θα τον στρώσει. Θα τους ξαναδώ κάποτε και φυσικά αυτή τη φορά δε θα φορέσω το κουφάρι αυτού του σαπιόγερο αλλά θα ξεκινήσω ως αμόλυντο και υγιές νεογέννητο, θα μεγαλώσω και θα γίνω ένας ωραίος νέος, θαλερός και σοφός. Και ύστερα  θα τους αφήσω να με σταυρώσουν. Έτσι θα τους δώσω μια καλή ευκαιρία για να με συγχωρέσουν ”.
Και με μια κομψή, ταχυδακτυλουργική κίνηση μεταμορφώθηκε σε φίδι και χάθηκε έρποντας με χάρη ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια του Παραδείσου.

 




Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Άνθρωποι

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017 0
Ιούλιος 2014. Το μικρό αγοράκι που καθόταν μαζί με τη μαμά του στο καφέ, σηκώθηκε, πήγε στο απέναντι τραπέζι όπου βρισκόταν το υπερήλικο ζεύγος, αγκάλιασε το γέρο άντρα και ακούμπησε το μάγουλό του στον ώμο του.
Εκείνος ανέκφραστος και σοβαρός του χάιδεψε τα μαλλιά με προσοχή, σα να φοβόταν μη χαλάσουν. Αυτό κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα ο πιτσιρίκος επέστρεψε στη μαμά του, ο κύριος Γιάννης στην εφημεριδα του και όλα επανήλθαν στη συνηθισμένη ραθυμία ενός καλοκαιρινού μεσημεριού γεμάτου ζέστη και πλήξη.
Το ξέρεις το παιδάκι κύριε Γιάννη; Ρώτησα.
Σήκωσε τα μάτια ψιλοεκνευρισμένος.
Όχι, θα έπρεπε;
Την ίδια περίπου στιγμή πρόλαβα ν'ακούσω τη μαμά του παιδιού να θέτει κάπως ενοχλημένη ένα παρόμοιο ερώτημα στο βλαστάρι της:
Τον ξέρεις τον ξένο κύριο αγάπη μου;
Όχι μαμά.
Τότε γιατί πήγες και τον αγκάλιασες;
Γιατί μαμά δεν είναι ξένος αλλά γέρος
 
 
Γεννιόμαστε άγγελοι και ίσως και να πεθαίνουμε άγγελοι.
Στο ενδιάμεσο είναι που τα κάνουμε σκατά.

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Ο Ζίγκυ έγινε stardust

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017 0


Γιατί είσαι λυπημένος; ρώτησαν
με ενδιαφέρον προσποιητό.
Έχασα τη γάτα μου απάντησα συντριμμένος.
Έλα καημένε, πως κάνεις έτσι; δε μπορεί,
μια γάτα σαν ΄λες τις άλλες γάτες θα 'ταν.
Μην ταράζεστε, φίλτατοι·
και η λύπη μου δεν είναι κάτι ξεχωριστό,
σαν όλες τις άλλες λύπες είναι.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Τα λουλούδια που άνθιζαν το σούρουπο

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017 0

Όταν αναγουλιάζω από την τρικυμία, πιάνω λιμάνι με μια παιδική ανάμνηση:
Τη γιαγιά μου στην Ασή - Γωνιά και τη μάνα μου να κάθονται σ'ένα πεζούλι μαζί με 2-3 γράδες γειτόνισσες. Οι κουβέντες θηλυκές, γήινες και νοικοκυρίστικες. Χόρτα του βουνού, ομανίτες, πλεχτά, κεντήματα, φαντά, φουρνιστό ψωμί, καταπλάσματα, σιώπατα παπούτσια. Γράμματα ξενιτεμένων, ασπρόμαυρες ταινίες (ήντα πλάκα έχει εκεινοσές ο Βέγγος!), συνταγές για κοκκινιστά, αποξηραμένα βότανα, παστά που στέγνωναν στο κατώι δίπλα στα βαρέλια του κρασιού. Ιστορίες από τα παλιά με γαργαλιστικές λεπτομέρειες (με τα αναγκαία όρια που έβαζε βέβαια η παρουσία του ανηλίκου) και που έκαναν τις καλές εκείνες σουσουράδες να γελουρίζουν σαν μικρά κοριτσάκια.
Οι νεκροί δεν είχαν θέση εκεί. Μόνο για λόγους πλοκής μια απλή αναφορά κι ένα σταυροκόπημα κι ύστερα στάση για να προλάβει να φύγει το φάντασμα και να επιστρέψει το τιτίβισμα, το γελούρισμα κι ύστερα  πάλι τα παρόντα, τα μικρά, τα τόσο σπουδαία. Έβλεπα τα μαραμένα πρόσωπα να ξανανθίζουν, τις κυρτωμένες πλάτες να ξεχνούν τα βάρη τους και να ισιώνουν, τους πλαδαρούς κόρφους να φουσκώνουν με θράσος αλλοτινό,  και αναρωτιόμουνα τι δυνατό αίμα είναι τούτο που ακόμη κάνει τα μάγουλα να ροδίζουν.
Από ένα παρελθόν φτωχικό και δύσοσμο από το αίμα, τις σβουνιές των γαϊδάρων, τη βρώμα της βερβελίδας και τα ιδρωμένα στρατιωτικά αμπέχωνα, εκείνες ξεδιάλεγαν το άρωμα από τα νυφικά τους φορέματα, τη μυρωδιά των νεογέννητων παιδιών τους, τη τσίκνα του ψητού, τα χνώτα του αρραβωνιαστικού, τον καπνό του λιβανιού και την οσμή του φρεσκοσκαμμένου μποστανιού.
"Μπολιάζεις καμμιά κοπελλιά εσύ Κωστάκη;" ρωτούσε πονηρούτσικα η γιαγιά και έσκαγαν οι υπόλοιπες στα γέλια.Ήθελα να κάτσω κι άλλο αλλά με περίμεναν τα υπόλοιπα διαλοκόπελλα να πάμε να σπάσουμε κανένα τζάμι με πέτρες, να πειράξουμε (μετά φόβου) καμμιά κοπελλιά και να καπνίσουμε κρυφα μάλμπουρο.
Γελούσα ακόμη μοναχός μου κατηφορίζοντας προς την πλατεία τσ'Ασή-Γωνιάς με το Ηρώο. Σοβαρευόμουνα μόνο μπαίνοντας στο καφεπαντοπωλείο για να χοντρύνω τη φωνή  και να δώσω την παραγγελιά μου αφήνοντας στο τεζιάκι το πενηντάρικο: "θεία, ένα μάλμπουρο μαλακό".

Υ.Γ. Διάβασα κάποτε ένα βιβλίο με τίτλο "Οι Φυλακές της παιδικής ηλικίας". Εγώ μικρός δεν έκαμα πολλή φυλακή. Κι αν έκαμα, φαίνεται πως ήταν στη γυναικεία πτέρυγα γιατί δεν τηνε κατάλαβα.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Μαύρη Παλίροια

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017 1

Ρέθυμνο, αρχές της δεκαετίας του 80. Το εστιατόριο "Τα βαλκάνια" απέναντι από το Δημοτικό Κήπο ήταν γεμάτο όπως κάθε απόγευμα με κάθε λογής εργένηδες, εργάτες και δημόσιους υπαλλήλους, φοιτητές, μαγαζάτορες και λίγους μαθητές του Γυμνασίου όπως του λόγου μου. Στη Λεωφόρο Κουντουριώτη πήγαιναν κι έρχονταν φορτηγά, μηχανάκια, λεωφορεία, αγροτικά, ταξί, σκαφτικά και ΙΧ καθώς η μικρή πόλη έβαζε τα δυνατά της να γίνει κι εκείνη υπερδραστήρια, βρώμικη και θορυβώδης.
Έβρισκα αταίριαστο το όνομα του φαγάδικου, και από μέσα μου το είχα ξανα-βαφτίσει: "Τα δυο μουστάκια".
Ο ένας μουστάκιας, ομορφάντρας, σοβαρός και λιγομίλητος πίσω από το μεγάλο μπεν μαρί με τα θαμπά από τους υδρατμούς τζάμια, γέμιζε μεγάλες μερίδες για κουρασμένους στα πιάτα. Κι ο άλλος, ο κοντός με τη φαλάκρα, αλέγκρος, αεικίνητος και καλαμπουριτζής, τα βούταγε και τα 'βαζε στη σειρά να περιμένουν δίπλα στο παράξενο μαραφέτι που έφερε τον διαστημικό για την εποχή τίτλο "φούρνος μικροκυμάτων"!
Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράμα, η μάνα μου στο χωριό ζέσταινε το φαΐ στο πετρογκάζι - που αλλού; Κάθε φορά μετά το φροντιστήριο που ερχόμουν εδώ για να ξεπεινάσω,  μου άρεσε να χαζεύω εκστατικός εκείνο το καταπληκτικό υψίσυχνο τεχνολογικό θαύμα, το οποίο αφού περιέστρεφε το χλιαρό πιάτο μουρμουρίζοντας υπόκοφα κι ακατάληπτα για ένα δυομισόλεπτο, ξαφνικά έβγαζε ένα θριαμβευτικό γκλίνγκ και ο μουστάκιας νο 2 στο έφερνε αχνιστό στο τραπέζι σου!
Δίπλα στο φούρνο μικροκυμάτων βρισκόταν ένα άλλο καταπληκτικό επίτευγμα, ένα γιαπωνέζικο κασετόφωνο που έπαιζε ολημερίς κρητικές λύρες, σπαραξικάρδιους   Μητροπάνους και λυγμικούς Πάριους.
Εκείνη τη μέρα όταν μπήκα δεν έπαιζε τίποτα. Φαίνεται πως τα δυο μουστάκια είχαν τόση πολλή δουλειά που λησμόνησαν τη μουσική επένδυση του καταστήματος κι έτσι άκουγα μόνο τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα  και το σαματά των οχημάτων έξω στο δρόμο.

Παράγγειλα μακαρόνια με κιμά. Το χαρωπό μουστάκι, έδωσε την παραγγελία στο βαρύ κι ασήκωτο, που γέμισε ευθύς ένα πιάτο, ύστερα ο κοντός το έβαλε σβέλτα στο φούρνο μικροκυμάτων και  μου έκανε αστείες γκριμάτσες μέχρι να βγεί η μακαρονάδα καμαρωτή  στον προκαθορισμενο χρόνο των δυόμιση λεπτών. Γκλίίίνγκ. Με μια αεράτη κίνηση, άνοιξε την πόρτα του φούρνου, έπιασε με το ένα χέρι το πιάτο και καθώς έριχνε μια στροφή (σα ζεϊμπεκιά ένα μπράμα) για να μου το απιθώσει στο τραπέζι, πρόλαβε με το άλλο χέρι και πάτησε το play στο κασετόφωνο.
Αν μου είχε κατεβάσει το καυτό πιάτο στο κεφάλι θα είχε λιγότερο τρομαχτικό αποτέλεσμα:

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Τα φορτηγά, τα μηχανάκια, τα λεωφορεία, τ' αγροτικά, τα ταξί, τα σκαφτικά και τα ΙΧ ξαφνικά έμειναν παγωμένα, τα μαχαιροπήρουνα έμειναν μετέωρα, τα σαγόνια των ανθρώπων που έτρωγαν στάθηκαν ανοιχτά, οι κουβέντες έμειναν μισοτελειωμένες, όλα γύρω μου σιώπησαν και ακινητοποιήθηκαν, μόνο οι υδρατμοί του μαγέρικου συνέχιζαν να κινούνται όχι πια όμως προς τα πάνω αλλά έπιασαν ν'απλώνονται προς όλες τις κατευθύνσεις μέχρι που τα πάντα βυθίστηκαν μέσα σε μια σκούρα ομίχλη.
Το πλοίο έσκιζε τη θάλλασα καθώς σκοτείνιαζε, μαύρα κατράμι και φουσκωμένα τα νερά,  η αλμύρα χύθηκε στα ρουθούνια μου μαζί με τη μυρωδιά του ψαρόλαδου και τα τσουξε, ένιωσα το κατράμι να μου καίει τα νύχια. Ύστερα άκουσα τον αέρα να σφυρίζει και στο βάθος από κάτω μου μια βαρειά ανάσα να αγκομαχεί. Μια μεγάλη στενοχώρια με πλάκωσε σαν κάτι πολύτιμο να 'χα πρόσφατα χάσει, αναστέναξα και χάιδεψα αφηρημένος το τατουάζ στο μπράτσο μου. Αναστέναξα κι έσκυψα απαρηγόρητος το κεφάλι.
Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζωνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.
Γκλίιινγκ! Ακριβώς δυόμισυ λεπτά απ'όταν άριχσε τo "Kuro Siwo", το τραγούδι  τελείωσε κι όλα γύρω μου ξανάγιναν όπως πριν, οι άνθρωποι συνέχισαν να μασουλάνε και να φλυαρούν, τα πιάτα και τα αυτοκίνητα ξανάπιασαν το τρεχαλητό τους.

Μόνο εγώ δε γύρισα ποτέ πίσω...

Πριν αρχίσει το επόμενο τραγούδι σηκώθηκα, πάτησα το στοπ στο κασετόφωνο και ρώτησα δείχνοντας το:
- Τι είναι αυτό;
Τα δυο μουστάκια κοιτάχτηκαν.
- Ο Σταυρός του Νότου. Μικρούτσικος με ποίηση Καββαδία, πρόφερε με σεβασμό τα ονόματα ο νο 1.
- Μπορώ να δανειστώ την κασέτα;
Τα δυο μουστάκια ξανακοιτάχτηκαν.
- Ναι, είπε ο Νο 2.
- Ευχαριστώ, είπα και την άρπαξα. Τι χρωστάω για το φαΐ;
- Τίποτα, κερασμένο από το κατάστημα. Άλλωστε δεν το έφαγες.
- Θα την ακούσω και θα την επιστρέψω αύριο.

Την επέστρεψα μετά από 3-4 μήνες.



 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Γράμμα σ'ένα παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017 0
Θα πάμε στου Πέτρου να ψήσουμε πανσέτες και να πιούμε μπύρες. Θα σου κάνω πάλι τράκα τσιγάρα με τη μόνιμη δικαιολογία πως καπνίζω μόνο βράδυ και γι' αυτό δεν έχω δικά μου. Και θ'αναρωτιέσαι πάλι πως το κάνεις αυτό ρε μαλάκα, ατσίγαρος όλη μέρα και τσιμινιέρα μόλις σκοτεινιάσει. Την Παρασκευή (μια Παρασκευή) όπως σου υποσχέθηκα θα πάμε σε κείνη την κρητική ταβέρνα. Εσείς  θα πίνετε μαρουβά κι εγώ τσικουδιά. Η Άννα θα σε λοξοκοιτάζει πίνοντας μπύρα. Μια μέρα θα σας καλέσω και στο σπίτι για πιλάφι και καλτσούνια. Εσύ θα με κοροϊδεύεις την ώρα που θα ιδρώνω πάνω από τη ζύμη και τη μυζήθρα κι εγώ θα σε κράζω που θα φας δυο ολόκληρες τηγανιές μοναχός σου. Να δεις που θα τελειώσουν γρήγορα οι μπύρες. Θα πεταχτείς  να πάρεις μερικές παγωμένες; Θα στείλουμε τον Αλέξανδρο να φέρει παγωτό. Μια καθημερινή θα την κοπανίσω πάλι απ'τη δουλειά και θα πάμε για ψαρομεζέ στην παραλία. Θα 'ρθει κι ο Κωστής. Θα πέσει πολύ κουτσομπολιό. Θα πούμε για όλους, θα πιούμε για όλους. Θα πίνουμε  Βαγγέλη και θα γελάμε με την ανοησία των κατά φαντασίαν αθανάτων που νομίζουν ότι το μέλλον έρχεται, των κατ'εξακολούθηση θλιμμένων που ξέρουν ότι δεν υπάρχει μέλλον, των κατά συρροή αμετανόητων που δεν το σκέφτονται καν. Κάποια μέρα θ'απωλέσουμε κι εμείς το μέλλον μας ρε φίλε. Έως τότε θα κωπηλατούμε στο γαμημένο παρόν μας χωρίς εσένα.
Αντίο Βαγγέλη.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017 0

Μου θύμιζε  Σαρλώ: Σακκουλιασμένο παντελόνι που ήταν κάποτε μαύρο μα τώρα είχε το χρώμα της στάχτης. Στους ίδιους ξεβαμμένους τόνους, το σακκάκι με τα μανίκια που του έπεφταν κοντά, τσαλακωμένο πουκάμισο και τα σκονισμένα χοντροπάπουτσα. Αδύνατος, με σγουρά γκρίζα μαλλιά, άτακτα πυκνά φρύδια και κοντομούστακο που είχε πάρει το κίτρινο της νικοτίνης - ίδιο με τα δάκτυλα του δεξιού του χεριού.  Μάγουλα βαθουλωμένα, βλέμμα πράο κι ήσυχο σαν του αρνιού.
Τον έβλεπα να περπατά τρεκλίζοντας τύφλα από την τσικουδιά, το χύμα κονιάκ και το κακό ούζο.
Γύρναγε απ'το πρωΐ στα καφενεία και ρούφαγε ότι έβρισκε, ακόμα και λεμονάδες όταν δεν του σέρβιραν αλκοόλ.
- Γιάντα γιαγιά πίνει ο Νικολής; ρώταγα την παντογνώστρια γιαγιά - Μαριάννα. Τη Λωξάντρα μου. 
- Οντέν επήγε στον πόλεμο το 40, αρρώστησε βαργιά από φυματίωση - Παναγία μου μπρόφταξε το κοπέλλι μου, σταυροκοπήθηκε, και του 'πανε στο νοσοκομείο οι γιατροί  ότι δε μπορούνε να του κάμουνε πράμα κι ότι θα ποθάνει σ' έξε μήνες. Μονό να πάει λέει οπίσω στο σπίτι ντου να ποθάνει. Κι αυτός από τον καημό του άρχιξε το πιοτό.
Γύρισε ο Νικολής όπως - όπως μαζί με τους άλλους φαντάρους στην Κρήτη, μόνο που αντί για το απολυτήρο με την ημερομηνία αποστράτευσής του, κουβαλούσε μαζί του ένα εξιτήριο με την ημερομηνία λήξης του!
Περιμένοντας το θάνατο που οι λαμπροί επιστήμνες προέβλεψαν, άρχισε να πίνει με κτηνώδη μανία τσικουδιά. Πέρασαν οι "έξε μήνες" γέμισε ένας χρόνος, έκλεισαν 10, 20, 30 χρόνια. Ο Νικολής παρέμενε ζωντανός και πιωμένος, σα να σούρωσε μαζί του κι ο ίδιος ο Χάρος και ξέχασε να κάμει το καθήκον του.
Κάποτε κάτι άλλοι γιατροί που τον εξέτασαν του εξήγησαν ότι η ασθένειά του εξαφανίστηκε με τρόπο ανεξήγητο και τον ξαναέστειλαν πίσω στο χωριό... για να ζήσει.
Κι ο Νικολής συνέχισε σε το πιόμα, από καφενίο σε καφενείο. Πολύ συχνά οι καφετήδες υπέκυπταν στις παρακλήσεις των αδερφάδων του και δε του 'διναν πιοτό. Τότε εκείνος καθότανε σε μια γωνιά σαν παιδί που το μάλωσαν και κοίταγε με ζήλια τους υπόλοιπους θαμώνες που κουτσόπιναν. Σύντομα όμως τον λυπόντουσαν και του βαζαν ξανά. Στο κάτω - κάτω, θα σκέφτονταν  δικό του το κακό, αφού ήταν άκακος, δεν έκανε φασαρίες και δεν έβριζε.
Ένα μεσημέρι Σαββάτου στο καφενείο της μάνας μου βρεθήκαμε οι δυο μας. Ο κόσμος έλειπε, άλλοι στις ελιές, άλλοι στα πρόβατα.
Έκατσα απέναντί του και τον παρατηρούσα. Χωρίς ντροπή. Παιδί ήμουν άλλωστε, μπορούσα να κοιτάζω όποιον ήθελα χωρίς να δίνω λογαριασμό. Δίπλα του ένα άδειο ποτήρι,- μάλλον δεν είχε λεφτά για το επόμενο. Σκέφτηκα ότι είχε πάνω-κατω την ίδια ηλικία με τον παππού μου. Όμως που ήταν τα δικά του εγγόνια; Ηλίθια ερώτηση· αφού δεν είχε ούτε παιδιά. Και γιατί δεν είχε παιδιά;
- Γιάντα πίνεις μπάρμπα Νικολή; ξεστόμισα.
Χαμογέλασε. Φάνηκαν κάτι δόντια αραιά και χαλασμένα. Περιέργος το χαμόγελο αυτό δεν ήταν αποκρουστικό. Ίσως γιατί ήταν χαμόγελο. Έβγαλε το πιπάκι του από τη μι ατσέπη, κι ένα άφιλτρο "Έθνος" από την άλλη. Ίσιωσε προσεκτικά το τσαλακωμένο τιγάρο και με μια σίγουρη κίνηση το μοίρασε στα δυο. Επέστρεψε το ένα κομμάτι στην τσέπη, προσάρμοσε το άλλο στο πιπάκι, έβγαλε ένα σκουριασμενο τσακουμάκι, τσακ - τσακ - τσάκ - τσάκ κι άναψε σκορπίζοντας μυρωδια καπνού και βενζίνης. Φύιξε στο πλάι τον κανπό προσέχοντας να μη  με βρει στα μούτρα κι άρχισε να λέει με τη μπάσα φωνή του:
- Άρχιξα να πίνω γιατί δεν εμπορούσα το θάνατο. Εφοβούμουναι. Κοπέλι ήμουναι, όι σαν κι εσένα πλιό μεγάλο.
- Μα δεν επόθανες μπάρμπα Νίκο!
- Ναι ετουτονά άλλαξε. Άλλαξα όμως κι εγώ, θωρρείς, τόσα τα χρόνια έβανα ούλη μου τη δύναμη να νταγιαντήσω το θάνατο και δε μου 'μεινε άλλη ανάκαρα εδά να νταγιαντήσω τη ζωή.Εκατάλαβες;
Εκατάλαβα. Για πόσο μπορείς να παλέψεις το φόβο του θανάτου; Και μια και δυο και περισσότερες. Μα όχι για δεκαετίες ολόκληρες, κάθε μέρα, κάθε στιγμή.
Σηκώθηκα και πήρα το μπουκάλι τση τσικουδιάς από το τεζιάκι του μαγαζιού και του γέμισα το ποτήρι.
- Εβίβα, μπάρμπα Νικολή!
- Εβίβα Κωστή.
Άφησα το μπουκάλι δίπλα του στο τραπεζάκι.
- Κερασμένο, φώναξα.
Και βγήκα όξω να παίξω αμπάριζα με τα άλλα κοπέλια.


Υ.Γ.
Νιώθω μεγάλο σέβας για τους τελειωμένους ανθρώπους, τους οριστικά και μετάκλητα χαμένους και κατεστραμμένους που έφτασαν εκεί που έφτασαν χωρίς να φταίνε. Εκείνα τα γρανάζια της μηχανής που σπάνε και που κανείς δε νοιάζεται για τη ζημιά τους γιατί είναι αναλώσιμα, απόλυτα περιττά μόλις επιτελέσουν το ευτελές τους έργο. Θαρρετά παραδωμένοι στην κακή τους μοίρα, δεν κλαίνε, δεν παραπονιούνται δε ζητούν.  Θέλω να πιστεύω ότι σε μια άλλη ζωή, σε μια άλλη διάσταση, πιο δίκαιη, πιο αγαθή, συνεχίζουν να υπάρχουν ευτυχισμένοι, χορτάτοι,περήφανοοι και γαληνεμένοι ... αλλά (Παναγία μου μπρόφταξε) όχι ξεμέθυστοι!




Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates