Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

ΑΣΗΓΩΝΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΑ ΣΕ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019 0

Η Αγρίμαινα άνοιξε τα μάτια της για τελευταία φορά. Τίναξε από πάνω της την αρρώστια, πέταξε ανάλαφρα έξω από το παράθυρο και κούρνιαξε πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του γέρικου πλατάνου. Αγκάλιασε το χωριό με το βλέμα της, γεμάτη χαρά και ανακούφιση που δεν πόναγε πια. Ξαναφτερούγισε πάλι αυτή τη φορά μακρύτερα, ψηλότερα και ούτε κατάλαβε πότε έφτασε στην Ασή Γωνιά, στο Ποτιστήρι εκεί που μικρή κοπελιά γέμιζε το σταμνί από τη βρύση και το κουβαλούσε γουργουρίζοντας με τις φιλενάδες της μέχρι το σπίτι τους, δίπλα στο κονάκι των Μπερβανήδων. Από δω βγήκε κάποτε να πάει νύφη στον Άγιο Κωνσταντίνο. Στους "κατωμερίτες". Κοίταξε τα βουνά γύρω της που ορθώνονταν σαν κύματα βουβά και μαρμαρωμένα, φύλακες του χωριού και των ανθρώπων του. Των ανθρώπων της. Θυμήθηκε που κάθε Σεπτέμβρη του Τιμίου Σταυρού ανέβαινε όλο το χωριό στο μικρό κάτασπρο εκκλησάκι. Μετά το αντίδωρο έτρωγαν κρύο βραστό αρνί.

Έδωσε μια ξαναγύρισε στο χωριό του Μιχάλη της και ξανακούρνιασε στον Πλάτανο. Από κάτω της είδε τους δυο άντρες που ανάθρεψε να κλαίνε και τα εγγόνια της να τους κοιτούν άναυδα. Αχχχ, να μπορούσε να τους πει ότι τώρα ήταν καλά, καλύτερα από ποτέ. Πήρε βαθειά ανάσα και ένιωσε τη μυρωδιά του καφέ και της τσικουδιάς να αναδύεται από το εσωτερικό του καφενείου, μαζί με αναμνήσεις από εκείνο το μέρος που εντός του από κοπελούδα έγινε γυναίκα, μάνα και γιαγιά.
Πόσα μπρίκια έβρασε, πόσα ρακοπότηρα γέμισε, πόσες γαζόζες, λεμονάδες, μπυράλ και μπύρες ξεκαπάκωσε με κείνο το αλουμινένιο ανοιχτήρι ! Θυμήθηκε τον Κωστή "το μποντικό" που παλιά είχε εκεί το τζαγκάρικο, τον άντρα της να γδέρνει σφαχτά πιασμένα στο τσιγκέλι που κρέμοταν από το μπαλκόνι. Θυμήθηκε άντρες που έφερναν πρωϊ τον κόπο τους για να τον πουλήσουν στο γαλατά κι ύστερα χαζολογουσαν για λίγο ρουφώντας τον καϊμακλή τους. Θυμήθηκε γέρους που αφηγούνταν ιστορίες από τα παλιά και ξενιτεμένους να λένε ιστορίες από τόπους άλλους. Το Χαρίδημο να παίζει πρέφα με το Φιλιππάκη και τον Αντούρο που ερχότανε από τον Άη Γιώργη πάνω σε ένα άσπρο μουλάρι έχοντας περασμένη στους ώμους του μια στραβοκατσούνα και που όταν έπαιζε τα χαρτιά, τραγουδούσε τον Ερωτόκριτο που τον ήξερε όλον από μνήμης. Το Λιλίκο να μαλώνει με το Βανταρογιάννη για τα πολιτικά, το Μανώλη "τσ'Αννίτσας" να μεθά παρέα με τον Τζιμπουκοβαγγέλη.
Θυμήθηκε καλοκαιρινά γαμήλια πανηγύρια στην πλατεία με πιλάφι, χύμα κρασί, και καρπούζια, μνημόσυνα με  θολόσταση και κόλυβα, κηδείες που άρχιζαν με τη βαριά καμπάνα του Αγίου Κωνσταντίνου και κατέληγαν με πικρό καφέ και παξιμάδια. 
"Θα θυμάται κανείς άραγε τη δικιά μου αναχώρηση"; αναρωτήθηκε η Αγρίμαινα ανοίγοντας τα φτερά της για στερνή φορά προς το φως που την περίμενε καθαρό και αμόλυντο.

"Εγώ θα τη θυμούμαι", πετάχτηκα στον ύπνο μου και άνοιξα τον υπολογιστή.

***  Τα πρωϊνά που ξύπναγα για το σχολείο, έβγαινα στο δρόμο και κοιτάζοντας προς το "Λιβάδι" έβλεπα την Αγρίμαινα να σκουπίζει υπομονετικά το πεζούλι της και το πλαταιάκι του πλατάνου. Αυτή η γαλήνια εικόνα μου χάριζε τη βεβαιότητα ότι όλα ήταν καλά και ειρηνικά. Ότι πάντα κάποιος θα είνα εκεί και θα καθαρίζει τον κόσμο από κάθε ρυπαρό και άχρηστο. Είμαι σίγουρος ότι στον Παράδεισο η Άννα του Μιχάλη του Αγρίμη πήρε μαζί και τη σκούπα της. Μια καλή νοικοκυρά είναι παντού χρειαζούμενη.




Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Ομελέτα με τζιτζίκια

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019 0

- Ήντα κάνεις ετουδά χωσμένος μπρε συ;
Βγήκα απογοητευμένος από την κρυψώνα μου κάτω από την πέτρινη σκάλα.
Ήμουνα σίγουρος ότι το κοπέλι που τα φυλούσε δε θα φανταζόταν ποτέ ότι είχα κρυφτεί σε κατοικημένο σπίτι, ούτε και η γριά που το κατοικούσε θα μ' έπαιρνε χαμπάρι.
Στην δεύτερη εκτίμηση έπεσα έξω.
- Ήταν γυρεύεις παιδί μου επαέ στο ξενο σπίτι, ξαναρώτησε αλλά στη φωνή της δεν διέκρινα ίχνος θυμού. Είχε καταλάβει ότι παίζαμε κρυφτό. Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα. Ένα πονηρούτσικο χαμόγελο είχε αρχίσει να δροσίζει τα σακουλιασμενα μάγουλα. Αυτό το  χαμόγελο πρέπει να το είχε από κοριτσάκι. Έτσι είναι, όσο και να γεράσει κανείς, κάτι μένει στη μορφή του από τα παλιά, αλλιώς μένει ορφανός κι ασύνδετος, χωρίς σημείο αναφοράς στο νεο άνθρωπο που υπήρξε πριν από εκείνον.
Χαμογέλασα λοιπόν κι εγώ σκεφτόμενος την απάντηση που θα της έδινα. Όρθωσα το μπέτη μου για να πάρω ύψος, έβαλα τους αντίχειρες στην αγκράφας της ζώνης του κοντού παντελονιού και ανακοίνωσα υπερηφάνως:
- Κυνηγώ τζιτζίκους θειά Ολυμπία και παραφυλώ επαέ εδά που πέφτει ο ήλιος και θα τελειώσουνε το τζιτζίρισμα, να 'ρθουνε για ύπνο και να τσοι τσακώσω ούλους μαζί.
Σοβάρεψε ευθύς.
- Αλήθεια κυνηγάς τζιτζίκους;
Αμάν, σκέφτηκα, δεν το έχαψε. Θα πάει αύριο να τα πει τση μάνας μου, κι όχι μόνο παραβάτης ξένης ιδιοκτησίας αλλά και ψεύτης κι απατεώνα. Σίγουρα η λυπητερή συνέχεια της ιστορίας θα δινότανε με τη μουρνόβιτσα. Τώρα όμως που ξεκίνησα δεν υπήρχε γυρισμός.
- Αλήθεια θεια Ολυμπία. Ούλο το χωριό γυρίζω και τση μαζώνω.
- Και ήντα τσοι κάνεις άμα τσοι πιάσεις;
- Τσοι πουλώ θεια Ολυμπία. Με το κιλό.
- Και ποιός τσ'αγοράζει μπρε χαραμπάτη;
- Οι αθρώποι θειά Ολυμπία, οι χωργιανοί.
- Και ήντα μπρε κακορίζικε τσοι κάνουνε τσοι τζιτζίκους οι αθρώποι;
- Τσοι τρώνε θεια Ολυμπία!
Να το πάλι το δροσερό χαμόγελο μαζί με ένα ζωηρό σταυροκόπημα:
- Ο Θεός να σε βλέπει κοπέλι μου και δεν εκάτεχα ήντα 'θελα φάω απόψε. Άμε παντέξουρο και μάζωξέ μου δυο κιλά και φέρε μου τα γλήγορα!
- Ήντα θα τσοι κάμεις θειά τόσους τζιτζίκους θεια Ολυμπία;
- Θα τσοι φάω κοπέλι μου, απού πεινώ. Άμε παιδί μου κι εγώ θα σου τσοι πλερώσω χίλιες δραχμές το κιλό.
Ποιός δούλευε ποιόν τώρα;
- Εντάξει θειά, πάω.
- Καλό κυνήγι παιδί μου.
Ε ρε δούλεμα. Στράφηκε προς την πόρτα αλλά ξάφνου σα να θυμήθηκε κάτι και σταμάτησε.
- Άκου να σου πω, μια που θα πας, για να κάμεις και πιο γλήγορα να πας εκέ στοι συκιές απού ναι οι ξεραμενοι τζιτζίκοι γιατί οι άλλοι με πειράζουνε.
Φοβήθηκε φαίνεται μην πάρω αμπάριζα και ξεκάνω όλα τα τζιτζίκια του χωριού.
- Εντάξει θειά Ολυμπία. Δυο κιλά ξεραμένους τζιτζίκους.
Μερικά καλοκαίρια αργότερα παρέα με άλλα κοπέλια περνάγαμε ένα απόγευμα από την πόρτα της πηγαίνοντας να κλέψουμεχλωρά ρεβύθια. Είχαν βγάλει μαζί με κάτι γειτόνισες καρέκλες έξω, και απολάμβαναν κουβεντιάζοντας το βοριαδάκι, που περνούσε από τη μεσοχωριά και ανακούφιζε τον κόσμο από το ολοήμερο βράσιμο του Αυγούστου.
Με υποδέχτηκε με κείνο το πονηρούτσικο χαμόγελο των νειάτων της:
- Έφερες πράμα να φάω;
- Εμάζωξα οψάργας θεια κιας τρία κιλά τζιτζίκους πρώτο μπράμα.
- Κι είναι καλά ξεραμένοι παιδί μου;
- Πιο τραγανοί κι από γαριδάκια θειά Ολυμπία.
- Φέρε μου παιδί μου οντέ θα ξαναπεράσεις ένα κιλό να τσοι κάμω με τ'αυγά.
- Α θέλεις κι αυγά θειά Ολυμπία έχω να σου φέρω από σπουργίτες.
- Όι παιδί μου έχω τα φυτεμένα στο σώχορο και τα κόβο και τρώω.

Οι γειτόνισσες και τα υπόλοιπα κοπέλια μας άκουγαν παραξενεμένοι.

Όπως φεύγαμε γυρίζει και μου κάνει ο ένας από τη συμμορία:
"Μα ήντα μαλακίες έλεγες πάλι μρε Κατσαντρέ;"








Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Ο Δωδεκάλογος του Καφετζή

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019 0



1.     Ο χειρότερός σου εχθρός είναι η μύγα.
2.     Βράζε βραδέως.
3.     Με τη σειρά του ο καθείς ας είναι παπάς ή βουλευτής.
4.     Δυο καφέδες στο ίδιο μπρίκι μόνο σε μνημόσυνο.
5.     Κανείς δεν πρέπει να σου πει για δεύτερη φορά πως πίνει τον καφέ του.
6.     Οι φουσκάλες μόνο στον καφέ όχι στο νερό.
7.     Άκου – βλέπε – σώπα. Ρίξε τη γνώμη σου στο νεροχύτη.
8.     Σεβασμό στους πρεφαδόρους - προσοχή στους τζογαδόρους.
9.     Εξυπηρετείς δεν υπηρετείς.
10. Η καθαριότητα είναι η μισή καφετζοσύνη. Η άλλη μισή είναι το σωστό χαρμάνι.
11. Όλοι έχουν δικαίωμα να κεράσουν· προηγείται όποιος το είπε πρώτος.
12. Αγάπα τον πελάτη σου όσο τον πετζαχτά σου.

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Club 27

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019 0
Ήρθα πάλι, μου λέει ο διάβολος. Αυτή τη φορά δε γλιτώνεις. Σε παίρνω, δε σ'αφήνω. Ούτε τραγούδι θα μου βάλεις ν'ακούσω, ούτε τσικουδιά να πιω. Ετοιμάσου, συγυρίσου, φεύγουμε.
Τώρα άκουγα ένα γνωστό σου αντέτεινα με ψεύτικη ψυχραιμία, (είχα χεστεί απάνω μου).
Σοβαρά; αντιγύρισε ειρωνικά. Ποιόν; Έχω πολλούς γνωστούς.
Robert Johnson τον έλεγαν, κι ακούγεται πως εσύ του 'μαθες να παίζει κιθάρα.
Έχασε το κέφι του ξαφνικά. Πφφφ, εγώ; τίποτα δεν του έμαθα. Καθισμένος μια βραδιά σε έναν τάφο έπαιζε με έναν άλλον τόσο συγκινητικά που στάθηκα δίπλα τους και άκουγα. Στο τέλος τον παρακάλεσα να μου δείξει δυο-τρια πατήματα.
Και σου 'δειξε; Ρώτησα.
Όχι, απάντησε. Μου είπε ότι αυτά δεν είναι για μένα, τράβηξε με τα ακροδάχτυλα μια παράξενη συγχορδία και έφυγε.
Κι εσύ τι έκανες;
Τίποτα. Εξαφανίστηκα και τον ξαναβρήκα μετά από 9 χρόνια.
Και τον πήρε ο διάολος που λένε είπα γελώντας.
Ακριβώς αυτό, γέλασε κι εκείνος.
Και τώρα τι κάνουμε;
Δεν τα 'παμε; Φεύγεις. Τέρμα τα κόλπα.
Μια ερώτηση μόνο.
Λέγε.
Γιατί τον πήρες στα 27 μαζί με όλους τους άλλους - μην τα λέμε τώρα, ξέρεις ποους λέω.
Πιστεύεις ότι τους πήρα επειδή ήταν ταλαντούχοι, χαρισματικοί και δεν ξέρω τι άλλη μαλακία λένε;
Εσύ θα μου πεις.
Ο διάολος στάθηκε μπροστά μου, χαμήλωσε το πρόσωπό του στο δικό μου, η ανάσα του μύριζε λεβάντα.
Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να φύγουν εκείνη την ώρα, ακριβώς πριν την πραγματική έκρηξη του χαρίσματος που είχαν την ατυχία να διαθέτουν.
Γιατί;
Τι γιατί; Θυμάσαι το μύθο του Προμηθέα;
Ναι;
Να τον μελετήσεις.Ξανά. Δεν ήταν μύθος.
Άμα με πάρεις πως θα τον μελετήσω;
Δε θα σε πάρω.
Γιατί;
Τι γιατί βρε ηλίθιε; Γιατί μ'αρέσει που ρώτησες!
Γιατί;
Γιατί ο Θεός μισεί τις ερωτήσεις.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Η κουζίνα της γιαγιάς και η Σοφία Βέμπο

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019 0


Η ετοιμόροπη πόρτα της κουζίνας έτριξε αμήχανη. Δρασκέλισα μέσα στο έρημο δωμάτιο με το ασβεστωμένο τζάκι και τον πέτρινο νεροχύτη.
Το ξύλινο νοτυλάπι, γεμάτο κάποτε με κουζινικά, μπαχάρια και φρσκοπλυμένες πετσέτες με κοίταζε ξεχαρβαλωμένο, απέναντι το τραπέζι που έστεκε κουτσό κι ο καναπές απλωνόταν ξεθεωμένος, σα να στέναζε από το ανύποπτο βάρος των σκωροφαγωμένων μαξιλαριών του.
Μόνο εκείνο το τρυφερό συναίσθημα ήρθε και μ’αγκάλιασε  ύπουλα ίδιο κι απαράλλαχτο. Γιατί είναι μεγάλη αδικία και κρίμα να φεύγουν οι άνθρωποι μας και να μην παίρνουν μαζί τους όσα νιώθουμε γι’αυτούς.
Εδώ ήταν ο βασίλειο της γιαγιάς Μαριάννας, που από νωρίς το μεσημέρι μαγείρευε τα κοκκινιστά της ακούγοντας ραδιόφωνο. Στρουμπουλή, ορθόκορμη και περδικόστηθη με μακριά ολόμαυρα μαλλιά, πλεγμένα σε κοτσίδα που τη γύριζε γύρω απ’τ κεφάλι και την έπιανε με φουρκέτες.
“Παναγία μου μπρόφταξε το παιδί μου”, έλεγε και μου έδινε κάτι δυνατά φιλιά από τα οποία δραπέτευα για να επιτεθώ στις παγωμένες λεμονάδες του ψυγείου.
“Έφαες”; “Όχι γιαγιά, είχαμενε φακές σήμερο, κι είπα τση μάνας μου ότι δε θέλω και μου πε ότι α δε θέλω να μη τζη φάω”.
“Κάτσε κοπέλλι μου μα έχω κοκκινιστό κοτόπουλο και δα π’ανάβει το τζάκι θα καθαρίσω κι ένα ψιχάλι πατάτες. Μα ν’αφρουκράζεσαι τση μάνα σου, και να τρως και τση φακές απού ‘χουνε σίδερο.”
“Κι ήντα ‘μαι να τρώω σίδερο γιαγιά,εργοστάσιο;”
“Όφου - όφου ήτνα θ'απογίνω με τση εξυπνάδες σου μπρε βλακόμετρο";
Ανακάτωνε το τσουκάλι, έβαζε το καπνισμενο τηγάνι στην παρασιά, καθάριζε σβέλτα πατάτες, τις έκοβε χοντρές, "κυδωνάτες" και τις έριχνε μια - μια ταχτοποιώντας τη μια δίπλα στην άλλη μ'ένα πηρούνι μέσα στο λάδι που τσιτσίριζε.
Ρούφαγα μακάρια με το καλαμάκι τη λεμονάδα (παρά  τις διαμαρτυρίες της ότι θα μου έκοβε την όρεξη) και κοίταζα τρισευτυχισμένος τη φωτιά του τζακιού που έγλειφε το κατάμαυρο σκεύος.
Ύστερα έπιανα το "Ρομάντζο", διάβαζα το παραμύθι της προ-τελευταίας σελίδας, ύστερα τον Αρχέλαο με τους "Βαρελοφρόνους" του και το πέταγα πάνω στον καναπέ εκνευρισμένος. Από τότε που είχα μάθει να διαβάζω η γαγιά είχε σταματήσει να μου λέει παραμύθια και μου πάσαρε τα περιοδικά που της έστελνε η θειά μου (η κόρη της) από τα Χανιά. Μου είχε πάρει και κάτι συλλογές παραμυθιών των εκδόσεων "Άγκυρα" που τις μισούσα το ίδιο με τα "Ρομάντσα" αλλά τις αγαπούσα κιόλας γιατί είχαν ωραίες ιστορίες!
Η γιαγιά δούλευε με τα πηρουνοκούταλα της το φαγητό ή έπλενε στο νεροχύτη ό,τι δε χρειαζόταν πια, χωρίς να μιλά άλλο.
Μόνο όταν στο ραδιάκι που βρισκόταν μόνιμα ανοιχτό πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας ακούγονταν η Σοφία Βέμπο, το σκηνικό άλλαζε, η γιαγιά τίναζε καμμιά σαρανταριά χρόνια και άλλα τόσα κιλά από πάνω της, όρθωνε ένα άλο κορμί από αυτό που γνώριζα και
τραγουδούσε:
 
"Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα..."

Μετά τη Βέμπο έπεφταν κάτι διαφημίσεις και η Σταχτοπούτα γιαγιά  μου γινόταν ξανά Λωξάντρα και έτρεχε να γυρίσει τις πατ΄τες από την ΄λλη να μην καούν.
Έκατσα προσεκτικά στον ετοιμοθάνατο καναπέ, και σκέφτηκα ότι λίγοι έχουν απολαύσει μια βασίλισσα να γίνεται  πριγκιποπούλα, διότι κανονικά συμβαίνει το αντίθετο.
Α ρε γιαγιά,  με το αιώνιο πλεχτό τραπεζμάντηλο που δεν έλεγε να τελειώσει, που σου άρεσαν τα σήριαλ και οι ασπρόμαυρες ταινίες...
Μα πιο πολύ της άρεσε το φαΐ και ιδιαίτερα το κοκκινιστό κρέας, εκείνο το καταραμένο κοκκινιστό που κατά τα λεγόμενα της αδερφής μου την έστειλε με εγκεφαλικό στο νοσοκομείο και την χάσαμε. Το 'κανε και βαρύ η ευλογημένη.
Θυμάμαι στην κηδεία της κάτω από τα λόγια του παππά που την ξεπροβόδιζαν, μου φαινόταν ότι άκουγα τη Σοφία Βέμπο να την υποδέχεται.
Δεν έκλαψα καθόλου τότε. Χρόνια αργότερα,  στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αγκαλιασμένος με μια κοπέλλα σ'ένα παγκάκι του Λευκού Πύργου είδα ένα γέρο φωτογράφο με μια ρετρό φωτογραφική μηχανή - απ'αυτές με το μαύρο κάλυμμα και το τρίποδο. "Ας βγάλουμε λέω μια αναμνηστική". Στηθήκαμε, ο φωτογράφος χώθηκε μέσα στο μαύρο του τσουβάλι, έπιασε το απάκι του φακού, το έβγαλε, το ξανάβαλε και και μετά κάτι θρυματίστηκε μέσα μου. Πήγαμε στο φοιτητικό μου σπίτι και μετά από τα σχετικά, ξαπλωμένοι στο μονό μου κρεβάτι άρχισα έτσι όπως ήμου γυμνός να κλάιω με αναφιλητά.
"Γιατί κλαίς"΄με ρώτησε εκείνη.
"Πέθανε η γιαγιά μου".
"Αλήθεια; Πότε";
"Πρίν 3 χρόνια".
"Και το θυμήθηκες τώρα"; έκανε έκπληκτη.
"Όχι, επιτέλους εκείνη με θυμήθηκε".
Α ρε γιαγιά. Σκέφτηκα πάλι. "Α ρε γιαγιά", ξαναείπα φωναχτά και σηκώθηκα να φύγω. Ξαφνικά ακούστηκε ένα χράτσα - χρούτσα από βινύλιο και μετά ένα βιολί. Ύστερα η φωνή της Σοφίας Βέμπο:
"Πολλές αγάπες γνώρισα, αγάπησα και χώρισα μα όπου κι αν γυρνούσα, εσένα ζητούσα."
Κοίταξα εμβρόντητος πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας το σκονισμένο ραδιάκι. Να δεις σύμπτωση όχι μόνο άρχισε να παίζει αλλά και τι παίζει!


Στα όνειρα τα χίλια μου, σε γύρευαν τα χείλια μου σε γύρευε η ψυχή μου και πόθοι κρυφοί μου.

Πλησίασα για να το κλείσω και κοκκάλωσα βλέποντας το καλώδιο να κρέμεται στον αέρα και την πρίζα να κοιτάει το πάτωμα.

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,

Μπαταρίες; Μετά από τόσα χρόνια; Μπααααα. Πιανω τη συσκευή, ανοίγω το καπάκι της θήκης των μπαταριών... άδειο!

μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δεν θα μπορώ

Να δεις που κανένα κωλόπαιδο μου κάνει πλάκα, αλλά πάλι... που διάολο ξέρουν γαι τη Βέμπο;δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο. Κανείς. Στο παραδίπλα. Ούτε.

Γείρε κοντά μου, αγάπη γλυκιά μου, θέλω ακόμα ξανά να σου πω

Δε θα ξαναπιώ τσικουδιές στον πλάτανο, καλά μου το λέει η μάνα μου, το παρακάνω.
Λες να 'ναι κανένας πλανόδιος με ντουντούκα; Μεσημεριάτικα;
Πετάχτηκα έξω, τσουροβόλησα στην πέτρινη σκάλα, πέρασα σίφουνας την εξώπορτα, άδειος ο δρόμος. Μπα, με χτύπησε η τσικουδιά κι ο ήλιος κατακούτελα.
Ξαναμπήκα διστακτικά στο σπίτι της γιαγιάς. Ξανανέβηκα ήσυχα τη σκάλα, έσπρωξα την πόρτα και να'μαι πάι στο κουζινάκι. Απόλυτη ησυχία.
Και πάνω στο τραπέζι (Παναγία μου μπρόφταξε που θα 'λεγε και του λόγου της) ... μια λεμονάδα. Παγωμένη. Δε μπορούσα ν'αντισταθώ. Λένε ότι όταν σου δίνει η ζωή λεμόνια κάνεις λεμονάδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχα μπροστά μου έτοιμο το προϊόν, και διψούσα κιόλας. Πήρα ένα στραβωμενο πηρούνι, άνοιξα το μπουκάλι και σκέφτηκα πίνοντας την πρώτη γουλιά: "Σουρεαλισμός"!
Κατέβηκα τη σκάλα παίζοντας στο χέρι μου το καπάκι του μπουκαλιού. Δε γαμιέται, αργά ή γρήγορα θα βρω τον ένοχο. Αλλά μάλλον ήταν η φαντασία μου το ραδιόφωνο. Και η λεμονάδα; Η λεμονάδα ήταν από τις ρακές. Θα σπάσει το μυαλό μου αν συνεχίσω να το σκέφτομαι.
Βγαίνοντας στο δρόμο βλέπω από απέναντι την κυρά-Πηνελόπη παλιά φίλη της γιαγιάς να στέκεται στην πόρτα της.
"Κωστάκη" έκανε σχεδόν αυστηρά "μη βάζεις παιδί μου τη μουσική στόσο δυνατά μεσημεριάτικα γιατί κοιμάται ο κόσμος".
Έβαλα το καπάκι της λεμονάδας στην τσέπη και πήρα το λιγνό χεράκι και το φίλησ αμε μια αστεία υπόκλιση.
"Εντάξει θεια Πηνελόπη, δεν το ξανακάνω".
"Θέλεις μια καραμέλα;"
"Αμέ"΄
Χώθηκε μέσα και λίγο αργότερα επέστρεψε με ένα κρυστάλινο πιατάκι με καραμέλες, εκείνες με το χαρτάκι σαν φιόγκο. Πήρα μια μέντα και την έχωσα κι αυτήν στην τσέπη.
"Αντίο θειά".
"Γεια σου αγάπη μου".
Βρε την κυρά - Πηνελόπη. καλή γειτόνισσα και φίλη της γιαγιάς. Μικρασιάτισσα, ήρθε μικρό κοριτσάκι με την ανταλλαγή πληθυσμών. Πόσων χρονών να 'ναι, καλά κρατιέται. Προσπαθούσα να υπολογίσω τα χρόνια από 1922 αλλά παράτησα την προσπάθεια γιατί είχε γίνει το κεφάλι μου αλβανικό μέτωπο.
Φτάνω σπίτι. Η μαμά με υποδέχεσαι με την αγαπημένη της επωδό: "Να σου βάλω να φας";
Αντί απάντησης τη ρωτάω: "Μαμά πόσων χρονων να'ναι άραγε η κυρία Πηνελόπη";
Της μάνας μου της έπεσε η κουτάλα από τα χέρια:
"Ποιά Πηνελόπη παιδί μου; Αυτή είναι κιας τριάντα χρόνια ποθαμένη"!

Έβγαλα από την τσέπη το καπάκι της λεμονάδας και την καραμέλα και τα κοίταζα σα χαζός.









 

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

P/S – FDD Cecilia*

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019 0

Ήταν ένα θαυμάσιο αλλά παράξενο πλοίο εκείνο το παλιόσκαρο.
Δεν είχε έναν αλλά δυο καπεταναίους και μάλιστα κουρσάρους!
Ο ένας φωνακλάς με μουστάκι και κοτσίδα κι ο άλλος λιγομίλητος και αεικίνητος, με πυκνά,σγουρά μούσια.
Παράξενοι κι οι επιβάτες. Κάθονταν στην κουπαστή με ακουμπισμένους τους αγκώνες πάνω στο γυαλιστερό,σκούρο ξύλο, το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στους ώμους και τα μάτια τους κοιτούσαν θολωμένα μια χρυσή θάλασσα από οινόπνευμα και γυάλινους υφάλους. Όσο περνούσε η ώρα, τα κύματα χυνόταν μέσα τους και τους ζάλιζαν. Οι ταξιδιώτες υπνωτίζονταν, τα πρόσωπα τους θάμπωναν και στρέφονταν για ν’ ανταλλάξουν αλμυρές κουβέντες και υγρά φιλιά.
Το δρομολόγιο ξεκινούσε κάθε αργά, μεσάνυχτα κοντά και κρατούσε ίσαμε το ξημέρωμα και βάλε. Κανείς ποτέ δεν είχε ιδέα για που τράβαγαν, ούτε κι οι καπεταναίοι. Μα το πλοίο γνώριζε καλά που πήγαινε και κάθε φορά η αποβίβαση στο ημίφως του πρωϊνού, ήταν γεμάτη ευτυχείς, λυπημένους και πότες.
Μερικοί δε γύρισαν ποτέ από κείνα τα ταξίδια. Ακόμη κι ο ένας από τους καπεταναίους μια βραδιά βουτηξε από μια κουπαστή και τον χάσανε για πάντα. Δε μάθανε ποτέ γιατί. Μάλλον τον κούρασαν τα πολλά μπάρκα.
Στο τέλος και το πλοίο φούνταρε. Κανείς δεν πνίγηκε από κείνο ναυάγιο, μα κανείς δε γλίτωσε κιόλας.
Κανείς δεν πέθανε ποτέ ωραίε μου εαυτέ.

Με αγάπη σε όλους τους συνταξιδιώτες.
Μα πιο πολύ στο Νίκο, τον Αλέκο, στην Αλεξάνδρα, στον Παντελή, στον Ηλία, στο «Ταλέντο», στον «Παπίου» και στον «Χριστόδουλο».


* (Επιβατηγό - Πλωτή δεξαμενή)

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Ονειρορφάνια

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018 0
The Child Dreams 6, 2011, mixed media (oil and acrylic on canvas),

Καθώς μεγαλώνουμε
εγκαταλείπουμε ένα-ένα τα
παιδικά μας όνειρα.
Κι εκείνα, καθώς απομακρυνόμαστε
βιαστικοί και πολυάσχολοι,
στέκουν και κοιτούν με λύπη
τα παιδιά που ανάθρεψαν
και που τώρα θα μείνουν ορφανά. 


(Photo: "Child Dreams" του Gottfried Helnwein)

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates