Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Το Πάρτυ

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018 0

Ήχος κινητού. Έπρεπε να το είχα κλείσει ο μαλάκας.
Ναι!
Έλα ρε μάνα, ναι καλά είμαι, εσύ;
Ναι ρε μαμά είχα δουλειές δε σε πήρα.
Που είμαι; Σ'ένα πάρτυ μαμά... Ναι, πάρτυ.
Ναι, μεσημεριάτικα ρε μάνα, αφού το ξέρεις, είναι ανώμαλοι αυτοί οι Αθηναίοι.
Πολύς κόσμος ναι. Εξαιρετικοί άνθρωποι, ναι ρε μάνα, αφού ξέρεις ότι κυκλοφορώ ανάμεσα στην καλή κοινωνία. Ναι, ήρθανε όλοι ακάλεστοι κι εγώ μαζί,
φοράνε και τα καλά τους, σα τις μύγες είναι με τα μαύρα γυαλιά.
Τι; Λέω, γυαλιά καρφιά θα τα κάνουμε μετά.
Όχι ρε μάνα δεν πίνω δεν παίζει πιοτό εδώ. Κανένα κονιάκ στο τέλος με τον καφέ.
Τι; θα πάω για καφέ μετά λέω.
Ένας παλιός φίλος το κάνει, ναι... δεν τον ξέρεις ρε μαμά...
θυμάσαι που είχες βρεί στο βιβλίο της Ιστορίας μου στη 3η Γυμνασίου το ποίημα που έλεγε για τη σιλικόνη στα βυζιά, ναι ρε μαμά αυτουνού ήτανε, ναι, τότε που φώναζες σαν τρελή ότι θα καταστρέψω τη μικρή μου αδερφή με τις αηδίες που φέρνω στο σπίτι.
Όχι ρε μάνα, δεν είσαι τρελή, τρόπος του λέγειν, που λέει ο λόγος δηλαδή.
Τι λες μάνα; με βλέπεις στην τηλεόραση; Δίπλα στον Ψινάκη; Μάνα τρελάθηκες;
Όχι ρε μάνα, δε σε είπα τρελή, μια έκφραση είναι.
Που το βρήκα αυτό το μαύρο μπουφάν; έλα ρε μάνα; κλείσε την τηλεόραση σου χει κάνει το μυαλό κοτόσουπα. Όχι ρε μάνα, δε σε λέω τρελή, αλλά άμα μου λες ότι περνάει από πίσω μου ο Παπακαλιάτης τρομάζω. Ναι ρε μάνα, κανένας που μου μοιάζει είναι. Κλείσε την τηλεόραση μαμά... τι πα να πει ποιά είναι αυτή δίπλα μου, άστο ρε μάνα,
ρε μάνα τι κλαις τώρα δεν είμαι εγώ σου λέω. Βάλε να δεις κανένα σηριαλ, θα σε μουρλάνουν οι ειδήσεις. Σου λείπω ρε μαμά και νομίζεις ότι με βλέπεις στην τηλεόραση.
Βάλε κανένα κανάλι με τούρκικα να ηρεμήσεις.
Ναι, μαμά, θα τα δώσω τα χαιρετίσματα στην Άννα.
Ρε μάνα να σου πω, ακούς; να προσέχεις μαμά, και πες στο μπαμπά να μη τρέχει να κλαδεύει ελιές χειμωνιάτικα τ'ακούς; Ν'αφήσει τα αντριλίκια, δεν είναι μπλιό κοπέλι.
Ναι ρε μάνα, εντάξει, τι; πάλι τα ίδια, ρε μάνα δεν τον ξέρεις τον άνθρωπο σου λέω, όχι,
τι πως τον λένε; Τζίμη τον λένε ρε μάνα, άντε γεια τώρα, φίλα μου το μπαμπά.







Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Ο Παίχτης

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018 0

Κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο πατέρας μου έπαιρνε το μεγάλο τετράγωνο τραπέζι της κουζίνας μας και το έβανε στο κέντρο του καφενείου, άπλωνε τη μεγάλη πράσινη τσόχα (εδώ κι εκεί τρύπια πό τις κάφτρες των τσιγάρων) κι ετοίμαζε την πρωτοχρονιάτικη μπαρμπουτιέρα. Αφού αράδιαζε τις καρέκλες γύρω-γύρω, έβγαζε από την κρυψώνα τα μεγάλα λευκά ζάρια και τα απίθωνε στη μέση του τραπεζιού. Τη διαδικασία παρακολουθούσαν ανέκφραστοι κι αμίλητοι οι γέροι που στριμωγμένοι γύρω από την ξυλόσομπα προσπαθουσαν να ζεσταθούν.
Καθώς έπεφτε το βράδυ εορταστικό και ειρηνικό οι παίχτες έπαιρναν ένας-ένας τη θέση τους. Δεν ήταν μόνο οι "καθ'έξιν" κουμαριτζήδες αλλά και οι αποδέλοιποι που έπαιζαν ζάρια "για το καλό του χρόνου". Αρχή κάναμε εμείς τα πιτσιρίκια που εκπαιδευόμασταν στα ήθη των παιγνίων παίζοντας στα ζάρια γαριδάκια, σοκολάτες και κάτι δραχμές κερδισμένες από τα χαρτζιλίκια ή τα κάλαντα. Ύστερα έρχονταν οι "μεγάλοι". Ξεκινούσαν με κάτι ταλαιπωρημένα μπλέ πενηντάρικα και κόκκκινα κατοστάρικά μέχρι να κορώσει το παιχνίδι και να βγούν τα πράσινα πεντακοσάρικα και τα καφετιά, τα χιλιάρικα που όσο έζεχνε όλο και περισσσότερο η κάψα του παιχνιδιού στοιβάζονταν μπροστά στους αναψοκοκκινισμένους παίχτες.
Τους θυμάμαι έναν - έναν  μαζί με τα σουσούμια τους. Πως έπιαναν τα ζάρια, πως τα έριχναν πως τα προετοίμαζαν, άλλος τα φυσούσε, άλλος τα σταύρωνε, άλλος τα έφτυνε.
Μερικοί, διακριτικά πάντα, τα έτριβαν στ'αρχίδια τους.
Εκείνος τα έπιανε με τα τρία δάχτυλα, και χωρις πολλά - πολλά τα έριχνε χωρίς να τα κανακέψει. Συνήθως έχανε. Μεγάλη φυσιογνωμία "το Στελιώ τσ'Αννίτσας. Άνθρωπος του μεροκάματου, δούλευε σαν το γάϊδαρο στα χωράφια και στο ελαιοτριβείο του "Φώτη".
Ακούραστα, ασταμάτητα, αγόγγυστα κουβαλούσε πενηντάκιλα τσουβάλια ελαιόκαρπου στο αποφυλλωτήριο, έτρεχε να γεμίσει τους με ζύμη τους ντορβάδες που στοίβαζε ο Παυλής στο πιεστήριο, μετά τους άδειαζε με κοπιαστικά τινάγματα από την αχνιστή "πυρήνα" και τέλος έτρεχε να ξανακάμει τον κύκλο από την αρχή.
Όταν σχόλαγε, βράδυ πια, έτρεχε στο σπίτι, πλυνότανε και φόραγε το κουστούμι του (αχ αυτό το φτηνό, καθαρό κουστούμι) κι έβγαινε στο καφενείο να πιει καφέ και μετά τσικουδιές με άσπρο σιδερωμένο πουκάμισο χωρίς γραβάτα.
Αν ήμουνα ζωγράφος, θα έφτιαχνα το μικρόσωμο, αδύνατο, φρεσκολουσμένο και ηράκλειο Στελή μέσα σ'αυτό το κουστούμι και θα ονόμαζα το έργο μου "ο αγαθός προλετάριος".
Το ίδιο κουστούμι φόραγε εκείνο το βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς όταν έβαζε μπροστά του σωρό τα χιλιάρκά, που ΄ταν καρπός του ιδρώτα του και των μαραζωμένων από τη δουλειά χεριών του.
Έβλεπα τρομαγμένος τα χιλιάρικα να σώνονται και να χάνονται από άσπλαχνα ασσόδυα και διαβολικά ντόρτια. Όμως εκείνος ψύχραιμος, συνέχιζε να τα χάνει, σχεδόν χαρούμενος μου φαινόταν, που έπαιζε τον άγιο κόπο του πάνω στην πράσινη τσόχα, αστόχαστα, αδιάφορα με πείσμα παιδικό.Δεν έπαιζε για να χάσει, ούτε για να κερδίσει, έπαιζε για να παίξει.
Η μάνα μου κερνούσε κάθε μια ώρα τους παίχτες κι εκείνοι έπαιρναν στο χέρι το ποτήρι, κι αφού ευχόντουσαν για τη νέα χρονιά, άφηναν στο δίσκο "το βιδάνιο" το ποσοστό του μαγαζιού από το παιχνίδι. Κι εκείνος, κατέβαζε μονορούφι το ποτήρι, έπιανε μάτσο τα λεφτά και τα πέταγε στο δίσκο.
Έβλεπα τα χιλιάρικα του Στέλιου να χάνουνται και να περνούν σε άλλα χέρια και μετρούσα πόσα τσουβάλια ελιές κουβάλησε, πόσους ντορβάδες ελαιοζύμης γέμισε πόσες σκαλιδιές είχε ρίξει για να τα κερδίσει. Όμως ο παίχτης δεν σκεφτότανε τέτοιες λεπτομέριες. Απλώς το γλένταγε.
Περασμένα μεσάνυχτα πια, ο χρόνος είχε αλλάξει, οι ευχές ανταλλάχτηκαν, η μάνα μου με φίλησε τρυφερά για να μου ευχηθεί, μα εγώ με λοξό βλέμα κοίταζα τα χιλιάρικα του Στελή να λιγοστεύουν. Ώσπου χάθηκε και το τελευταίο.
Πασπάτεψε το πακέτο με τα τσιγάρα του, βρήκε το τελευταίο το άναψε και φύσηξε ευχαριστημένος τον καπνό στο ταβάνι. Έριξε μερικές ακόμα ρουφηξιές παρακολουθώντας το παιχνίδι που συνέχιζε χωρίς αυτόν, και ζούληξε τη γόπα στο τασάκι. Σηκώθηκε και πλησίασε το τεζιάκι (το παρατηρητήριό μου) και μου είπε: Κωστάκι, δώ μου έναν Άσσο Φίλτρο. Πήρα το πακέτο και του το έδωσα με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο έπιανα το χαρτί με τα βερεσέδια. Έβαλε τα τσιγάρα στην τσέπη, κι έβγαλε ένα πενηντάρικο. Περίσευαν δεκαοχτώ δραχμές ρέστα να του δώσω. Άφησα το βερεσεδόχαρτο και άνοιξα το συρτάρι για να μετρήσω τα ψιλά. Άστα μου είπε, μπουρμπουάρ για να πάει καλά ο χρόνος.
Ξεκρέμασε το γκρίζο του παλτό από την κρεμάτρα, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι του νέου έτους χωρίς να καληνυχτίσει τους πρώην συμπαίχτες του.






Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Σταύρος

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017 0
Ένα μπλε Ηonda-SS 50,τζιν παντελόνι καμπάνα.Γυαλιά καθρέφτες.Η πρώτη σου συνάντησή με τη γυναίκα σου που έτρωγε μια άσπρη πάστα στο καφενείο του Αναστάση στο Ρέθυμνο, εκεί που έφευγαν παλιά τα λεωφορεία για το χωριό.Ένα Hyundai αγροτικό κόκκινο χρώμα. Το ξυλουργείο απέναντι από την Παναγία στο δρυ. Μυρωδιά από ιδρώτα και πληγωμένο ξύλο. Ο θόρυβος της πλάνιας και της πριονοκορδέλας. Το χέρι σου ξερό και αδρό σαν κούτσουρο, η χειραψία σύντομη, σφιχτή και σταθερή. Αντρίκεια αλλά όχι ανοίκεια.. "Γεια σου Κωστάκι" έλεγες πάντα. Πάντα ήσουν κουρασμένος. Ποτέ κακόκεφος. Μόνο κουρασμένος,
Ήθελα να σου πω ότι πέρσι που ήρθα στο χωριό είδα στο πρόσωπο του γιου σου το καθαρό σου βλέμα. Μιλήσαμε για λίγο. Καλή δουλειά έκαμες. Μπράβο. Αυτό ήθελα να σου πω αλλά δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβες.
Αν είναι όπως τα λέγανε οι γράδες φίλε, θα ξαναβρεθούμε κάποτε. "Γεια σου Κωστάκι" θα μου πεις και θα μου σφίξεις το χέρι. Εγώ δε θα πω τίποτα. Θα σου κάνω πάλι τράκα ένα τζιγάρο, και θα το καπνίσω χαζεύοντας τσοι τάβλες να ξεφλουδίζονται στην πλάνια.

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Αααααααααααααααααα !

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017 0

"Θεέ μου τη δεύτερη φορά
που θα `ρθω για να ζήσω
όσο η καρδιά κι αν λαχταρά
δε θα ξαναγαπήσω”
Ο Μιχάλης, ο Δημοσθένης και ο Ηρακλής.
Τους περίμενα στη γωνία και τους τρεις· δε μπορεί σκεφτόμουν, θα πέσουν κι αυτοί στην παγίδα που έχει στήσει ο Λοΐζος σε όλους τους “καζαντζιδίστας”.
Βλέπετε η φαινομενικά απλή μελωδία σε ξεγελά, κι όταν πια καταλάβεις ότι μετά την κατηφόρα όπου τα έχεις δώσει όλα, έρχεται η απότομη αριστερή στροφή, είναι πολύ αργά πλέον και πέφτεις με φόρα πάνω σ’εκείνο το “λαχταράάάάάά” για να βυθιστείς θριαμβευτικά μέσα σε στην παράφωνη κολλώδη λάσπη όπου το “ααααααααα” χάνει την ικμάδα και το μελοδραματισμό του και μετατρέπεται σε ένα βραχνό κοκόρισμα που φέρνει γέλιο και βήχα.
Πόσο έξω είχα πέσει! Εκείνοι με άνεση, πάτησαν σταθερά στη μελωδία, απόλυτα συγχρονισμένοι και οι τρεις χωρίς να τους φύγει ούτε μισό ημιτόνιο. Μόλις τέλειωσαν ο Δημοσσθένης μου έκλεισε το μάτι με νόημα.
Όχι που θα στη χαρίζαμε ρε μαλάκα. Τι μας πέρασες;
Σήκωσα το ποτήρι κι έκανα εβίβα με σεβασμό.
Η ψυχή δε φαλτσάρει ποτέ σκέφτηκα.


Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Κεντραριστεροεκλογικόν

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017 0





Ψηφίσετε-ψηφίσετε
το κόμμα υποστηρίξτε
γιατί σε τούτο τον ντουνιά
πάντα κορόιδα είστε

Δώστε του πασοκ να φάει
εσαεί να σας πηδάει
εσαεί να σας πηδάει
δώστε του πασοκ να φάει

Όσοι έκλεψαν πολλά λεφτά
πάντα θα σε γλεντούνε
κι αφού μαζί τα φάγατε,
πλέρωνε θα σου πούνε.

Τούτη η γης που την πατούμε
ξεπουλήθηκε να πούμε
ξεπουλήθηκε να πούμε
Τούτη η γης που την πατούμε

Ψηφίσετε - ψηφίσετε
τρίευρα μη λυπάστε
σα σκύλοι να δουλεύετε
πάντα σκλαβάκια να 'στε

Δώστε του πασοκ να φάει
εσαεί να σας πηδάει
εσαεί να σας πηδάει
δώστε του πασοκ να φάει

 

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Έξοδος

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017 0


Ο Θεός κοίταξε με οδύνη το ζεύγος των πρωτόπλαστων καθώς διέσχιζαν με βαριά και αβέβαια βήματα την πύλη του Παραδείσου. Ο πόνος του ήταν βέβαια άσχετος με το γεγονός της Εξόδου. Σκέφτηκε πως ήταν πράγματι σωστή ιδέα να ενσαρκωθεί στο ναυαγισμένο σώμα αυτού του ασπρομάλλη γέρου που υπέφερε από αρθριτικά, δισκοπάθεια, δυσπεψία, υπερταση, κνησμό, συχνουρία και όλα τα κακά που σέρνει ένα γέρικο ανθρώπινο σκαρί. Η πρόσκαιρη αυτή ταλαιπωρία τον βοηθούσε να παίξει το ρόλο του απογοητευμένου Πατέρα σ’αυτήν τη δραματική περίσταση. Στην πραγματικότητα ήταν περήφανος για τα δίποδα κατασκευάσματά του: επιτέλους έφτιαξε κάτι σωστό, και αυτό δεν ήταν άλλο από δυο πλάσματα που ήταν αρκετά σοφά ώστε να πράξουν ένα σοβαρό λάθος. Είχε βαρεθεί να βλέπει τόση τελειότητα στο σύμπαν, το οποίο συμπεριφερόταν με ακρίβεια μηχανής, πάντοτε αυστηρά προβλέψιμο, πάντοτε απελπιστικά κοινότυπο.
Ο Άγγελος δίπλα του με την πύρινη λόγχη περίμενε ένα νεύμα του για να ψήσει τα αμαρτωλά παιδιά του σε θερμοκρασία πολλαπλάσια του κέντρου της γης.
Όμως Εκείνος του ένευσε να κατεβάσει το τρομαχτικό όπλο και να σβήσει το πυρ. Δε χρειαζόταν άλλωστε, τα δυο άτριχα δίποδα είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους και έσερναν τα βήματά τους πιασμένα χέρι – χέρι προς το πεπρωμένο τους.
Καμάρωσε για λίγο τα στιλπνά, γυμνά τους κορμιά που είχε κάποτε φτιάξει από χώμα και νερό και είχε φυσήξει εντός των ένα κομμάτι του εαυτού του. Του εαυτού του. Χα χα χα, γέλασε εντός Του.
Όλα τα είχε κάποτε, μια που ήταν Θεός, εκτός από ένα: την συνείδηση της ίδιας του της υπάρξεως. Ετούτα όμως τα πρωτόβγαλτα ανθρώπινα πλάσματα, προικισμένα όχι μόνο από την απέραντη σοφία του αλλά έχοντας αναπτύξει και μια τελείως δική τους γνώση ανακάλυψαν ή μάλλον όχι δεν ανακάλυψαν, αλλά ΕΦΗΥΡΑΝ το αδιανόητο: τον Θεό και πατέρα τους ως προσωπικότητα. Έως τότε ο Κύριος ήταν ένα με το σύμπαν (το Α και το Ω θα πουν οι επίγονοι όταν ανακαλύψουν κάποτε το αλφάβητο).
Το δένδρο δεν ήξερε ότι ήταν δένδρο, η σαύρα δεν είχε ιδέα ότι ήτα η σαύρα, ο λιόντας δεν ξεχώριζε ότι ήταν άλλο εκείνος και άλλο η γαζέλα που κατακρεουργούσε. Αυτά τα παλιόπαιδα όμως συνειδητοποίησαν την ύπαρξή τους, την ετερότητα, την μοναδικότητά τους και ως αποτέλεσμα αυτής της τρομερής ανακάλυψης συμπέραναν ότι αφού εγώ είμαι εγώ, η Εύα και εσύ είσαι ο Αδάμ, τότε το δένδρο είναι κάτι άλλο, το πουλί κάτι επίσης διαφορετικό και (ω τι φοβερό εύρημα) ο Θεός είναι ένα άλλο υποκείμενο.
Αυτό ήταν λοιπόν το αμάρτημα των αγαπημένων του παιδιών, και για τούτο ένιωθε πραγματικά υπερήφανος, που τα δημιουργήματά του τόλμησαν να δημιουργήσουν μια γνώση η οποία δεν θα υπήρχε χωρίς εκείνους. “Είναι μικροί Θεοί” σκέφτηκε χαχανίζοντας και έδωσε μια φιλική καρπαζιά στον Άγγελο που κοίταζε σαστισμένος τον αφέντη του.
Σο μεταξύ ο Αδλαμ όπως πάντα γκρίνιαζε. Τα πόδια του πονούσαν στο κακοτράχαλο μονοπάτι, κρύωνε, δίψαγε, πείναγε, τον έτρωγαν τ’αρχίδια του, τον έτσουζαν τα μάτια του. Η Εύα όπως πάντα τον παρηγορούσε υπομονετικά και μόνο ένας αλάνθαστος παρατηρητής όπως ο Θεός διέκρινε μια στάλα εκνευρισμού στη φωνή της καθώς εκείνη καθησύχαζε το σύντροφό της.
“Καλά θα περάσουν ετούτοι οι δυο” ξανασκέφτηκε σκωπτικά ο Πανάγαθος και έριξε άλλη μια ξεγυρισμένη φάπα στον Άγγελο.
Ύστερα, το πνεύμα του σοβάρεψε και η ματιά του ξαναστάθηκε τρυφερή στις πλάτες των οριστικά εξόριστων της Εδέμ. Συγκίνηση και στοργή τον κατέκλυσαν και σκέφτηκε εν τη μεγαλοθυμία Του πως αυτά τα δυο παιδιά που τα διώχνει μακριά από τη σκέπη του αξίζουν ένα καλό μπαξίσι για τους κόπους που πρόκειται να κάνουν. Φυσικά δεν έπρεπε αυτά τα αισθήματα να φανερωθούν γιατί υπήρχε φόβος να εκληφθούν ως αδυναμία  ή (εμού του ιδίου φυλάξοι)  υπαναχώρηση.
Έτσι ξαναπήρε το βλοσυρό του ύφος και έκραξε αυστηρά: “Ε, εσείς!”.
Ο Αδάμ κοκάλωσε και γύρισε το κεφάλι όλος ελπίδα. Η Εύα διατηρώντας την αξιοπρέπειά της απλώς σταμάτησε χωρίς να στραφεί.
“Θα φύγετε όπως αποφάσισα” ξεκαθάρισε, “αλλά πριν γίνει αυτό, θα σας χαρίσω κάτι τελευταίο. Τη δυνατότητα να ξεφεύγετε πρόσκαιρα από την κακομοιριά που επέφερε η δόλια πράξη σας. Την Τέχνη, δηλαδή τη δυνατότητα εισόδου σε μια πραγματικότητα πιο ουσιαστική, που θα κανει την ύπαρξή σας πιο υποφερτή και θα σας ανακουφίζει έστω πρόσκαιρα από την ποταπή σας φύση. Θα ακυρώνει το πεπερασμένο του λίγου χρόνου που σας απομένει και θα σας δίδει μια γεύση της αιωνιότητας που κάποτε είχατε ως προοπτική αλλά τη χάσατε. Έτσι ξανακερδίζετε αυτό που υποτίθεται ότι τώρα απωλέσατε. Καταλάβατε;”
Ο Αδάμ πήρε μια ηλίθια έκφραση και στράφηκε απορρημένος προς την Εύα η οποία επιτέλους καταδέχτηκε να κοιτάξει τον ασπρομάλλη γέροντα. Το βλέμμα της όπως πάντα έφτανε πολύ πιο βαθειά από το ανθρώπινό του μασκάρεμα και του θύμισε ότι πάντοτε τον ενοχλούσε αυτή η διεισδυτικότητα και τον έκανε (ναι αυτό το παραδεχόταν) να νιώθει κάπως αμήχανα.
“Ευχαριστούμε μπαμπά, θα σου ανταποδώσουμε το δώρο. Σύντομα, όπως σου αξίζει”. Αχ αυτή ήταν η Εύα του, λιγομίλητη και ουσιαστική. Χωρίς φανφαρονισμούς και γαλυφιές έλεγε μόνο αυτό που σκεφτόταν, χωρίς να προσθέτει ή να αφαιρεί τίποτα.  Εντάξει λίγο διφορούμενη, αλλά του άρεσαν τα διπλά μηνύματα. Θεός ήταν.
“Ωραία δουλειά έκανα” συνεχάρη τον εαυτό του ο Πανάγαθος, “Μόνο αυτός εδώ μου βγήκε λίγο μαλάκας, αλλά που θα πάει αυτή θα τον στρώσει. Θα τους ξαναδώ κάποτε και φυσικά αυτή τη φορά δε θα φορέσω το κουφάρι αυτού του σαπιόγερο αλλά θα ξεκινήσω ως αμόλυντο και υγιές νεογέννητο, θα μεγαλώσω και θα γίνω ένας ωραίος νέος, θαλερός και σοφός. Και ύστερα  θα τους αφήσω να με σταυρώσουν. Έτσι θα τους δώσω μια καλή ευκαιρία για να με συγχωρέσουν ”.
Και με μια κομψή, ταχυδακτυλουργική κίνηση μεταμορφώθηκε σε φίδι και χάθηκε έρποντας με χάρη ανάμεσα στα πράσινα χορτάρια του Παραδείσου.

 




Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Άνθρωποι

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017 0
Ιούλιος 2014. Το μικρό αγοράκι που καθόταν μαζί με τη μαμά του στο καφέ, σηκώθηκε, πήγε στο απέναντι τραπέζι όπου βρισκόταν το υπερήλικο ζεύγος, αγκάλιασε το γέρο άντρα και ακούμπησε το μάγουλό του στον ώμο του.
Εκείνος ανέκφραστος και σοβαρός του χάιδεψε τα μαλλιά με προσοχή, σα να φοβόταν μη χαλάσουν. Αυτό κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, ύστερα ο πιτσιρίκος επέστρεψε στη μαμά του, ο κύριος Γιάννης στην εφημεριδα του και όλα επανήλθαν στη συνηθισμένη ραθυμία ενός καλοκαιρινού μεσημεριού γεμάτου ζέστη και πλήξη.
Το ξέρεις το παιδάκι κύριε Γιάννη; Ρώτησα.
Σήκωσε τα μάτια ψιλοεκνευρισμένος.
Όχι, θα έπρεπε;
Την ίδια περίπου στιγμή πρόλαβα ν'ακούσω τη μαμά του παιδιού να θέτει κάπως ενοχλημένη ένα παρόμοιο ερώτημα στο βλαστάρι της:
Τον ξέρεις τον ξένο κύριο αγάπη μου;
Όχι μαμά.
Τότε γιατί πήγες και τον αγκάλιασες;
Γιατί μαμά δεν είναι ξένος αλλά γέρος
 
 
Γεννιόμαστε άγγελοι και ίσως και να πεθαίνουμε άγγελοι.
Στο ενδιάμεσο είναι που τα κάνουμε σκατά.

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates