Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Ο Ζίγκυ έγινε stardust

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017 0


Γιατί είσαι λυπημένος; ρώτησαν
με ενδιαφέρον προσποιητό.
Έχασα τη γάτα μου απάντησα συντριμμένος.
Έλα καημένε, πως κάνεις έτσι; δε μπορεί,
μια γάτα σαν ΄λες τις άλλες γάτες θα 'ταν.
Μην ταράζεστε, φίλτατοι·
και η λύπη μου δεν είναι κάτι ξεχωριστό,
σαν όλες τις άλλες λύπες είναι.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Τα λουλούδια που άνθιζαν το σούρουπο

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017 0

Όταν αναγουλιάζω από την τρικυμία, πιάνω λιμάνι με μια παιδική ανάμνηση:
Τη γιαγιά μου στην Ασή - Γωνιά και τη μάνα μου να κάθονται σ'ένα πεζούλι μαζί με 2-3 γράδες γειτόνισσες. Οι κουβέντες θηλυκές, γήινες και νοικοκυρίστικες. Χόρτα του βουνού, ομανίτες, πλεχτά, κεντήματα, φαντά, φουρνιστό ψωμί, καταπλάσματα, σιώπατα παπούτσια. Γράμματα ξενιτεμένων, ασπρόμαυρες ταινίες (ήντα πλάκα έχει εκεινοσές ο Βέγγος!), συνταγές για κοκκινιστά, αποξηραμένα βότανα, παστά που στέγνωναν στο κατώι δίπλα στα βαρέλια του κρασιού. Ιστορίες από τα παλιά με γαργαλιστικές λεπτομέρειες (με τα αναγκαία όρια που έβαζε βέβαια η παρουσία του ανηλίκου) και που έκαναν τις καλές εκείνες σουσουράδες να γελουρίζουν σαν μικρά κοριτσάκια.
Οι νεκροί δεν είχαν θέση εκεί. Μόνο για λόγους πλοκής μια απλή αναφορά κι ένα σταυροκόπημα κι ύστερα στάση για να προλάβει να φύγει το φάντασμα και να επιστρέψει το τιτίβισμα, το γελούρισμα κι ύστερα  πάλι τα παρόντα, τα μικρά, τα τόσο σπουδαία. Έβλεπα τα μαραμένα πρόσωπα να ξανανθίζουν, τις κυρτωμένες πλάτες να ξεχνούν τα βάρη τους και να ισιώνουν, τους πλαδαρούς κόρφους να φουσκώνουν με θράσος αλλοτινό,  και αναρωτιόμουνα τι δυνατό αίμα είναι τούτο που ακόμη κάνει τα μάγουλα να ροδίζουν.
Από ένα παρελθόν φτωχικό και δύσοσμο από το αίμα, τις σβουνιές των γαϊδάρων, τη βρώμα της βερβελίδας και τα ιδρωμένα στρατιωτικά αμπέχωνα, εκείνες ξεδιάλεγαν το άρωμα από τα νυφικά τους φορέματα, τη μυρωδιά των νεογέννητων παιδιών τους, τη τσίκνα του ψητού, τα χνώτα του αρραβωνιαστικού, τον καπνό του λιβανιού και την οσμή του φρεσκοσκαμμένου μποστανιού.
"Μπολιάζεις καμμιά κοπελλιά εσύ Κωστάκη;" ρωτούσε πονηρούτσικα η γιαγιά και έσκαγαν οι υπόλοιπες στα γέλια.Ήθελα να κάτσω κι άλλο αλλά με περίμεναν τα υπόλοιπα διαλοκόπελλα να πάμε να σπάσουμε κανένα τζάμι με πέτρες, να πειράξουμε (μετά φόβου) καμμιά κοπελλιά και να καπνίσουμε κρυφα μάλμπουρο.
Γελούσα ακόμη μοναχός μου κατηφορίζοντας προς την πλατεία τσ'Ασή-Γωνιάς με το Ηρώο. Σοβαρευόμουνα μόνο μπαίνοντας στο καφεπαντοπωλείο για να χοντρύνω τη φωνή  και να δώσω την παραγγελιά μου αφήνοντας στο τεζιάκι το πενηντάρικο: "θεία, ένα μάλμπουρο μαλακό".

Υ.Γ. Διάβασα κάποτε ένα βιβλίο με τίτλο "Οι Φυλακές της παιδικής ηλικίας". Εγώ μικρός δεν έκαμα πολλή φυλακή. Κι αν έκαμα, φαίνεται πως ήταν στη γυναικεία πτέρυγα γιατί δεν τηνε κατάλαβα.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Μαύρη Παλίροια

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017 1

Ρέθυμνο, αρχές της δεκαετίας του 80. Το εστιατόριο "Τα βαλκάνια" απέναντι από το Δημοτικό Κήπο ήταν γεμάτο όπως κάθε απόγευμα με κάθε λογής εργένηδες, εργάτες και δημόσιους υπαλλήλους, φοιτητές, μαγαζάτορες και λίγους μαθητές του Γυμνασίου όπως του λόγου μου. Στη Λεωφόρο Κουντουριώτη πήγαιναν κι έρχονταν φορτηγά, μηχανάκια, λεωφορεία, αγροτικά, ταξί, σκαφτικά και ΙΧ καθώς η μικρή πόλη έβαζε τα δυνατά της να γίνει κι εκείνη υπερδραστήρια, βρώμικη και θορυβώδης.
Έβρισκα αταίριαστο το όνομα του φαγάδικου, και από μέσα μου το είχα ξανα-βαφτίσει: "Τα δυο μουστάκια".
Ο ένας μουστάκιας, ομορφάντρας, σοβαρός και λιγομίλητος πίσω από το μεγάλο μπεν μαρί με τα θαμπά από τους υδρατμούς τζάμια, γέμιζε μεγάλες μερίδες για κουρασμένους στα πιάτα. Κι ο άλλος, ο κοντός με τη φαλάκρα, αλέγκρος, αεικίνητος και καλαμπουριτζής, τα βούταγε και τα 'βαζε στη σειρά να περιμένουν δίπλα στο παράξενο μαραφέτι που έφερε τον διαστημικό για την εποχή τίτλο "φούρνος μικροκυμάτων"!
Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράμα, η μάνα μου στο χωριό ζέσταινε το φαΐ στο πετρογκάζι - που αλλού; Κάθε φορά μετά το φροντιστήριο που ερχόμουν εδώ για να ξεπεινάσω,  μου άρεσε να χαζεύω εκστατικός εκείνο το καταπληκτικό υψίσυχνο τεχνολογικό θαύμα, το οποίο αφού περιέστρεφε το χλιαρό πιάτο μουρμουρίζοντας υπόκοφα κι ακατάληπτα για ένα δυομισόλεπτο, ξαφνικά έβγαζε ένα θριαμβευτικό γκλίνγκ και ο μουστάκιας νο 2 στο έφερνε αχνιστό στο τραπέζι σου!
Δίπλα στο φούρνο μικροκυμάτων βρισκόταν ένα άλλο καταπληκτικό επίτευγμα, ένα γιαπωνέζικο κασετόφωνο που έπαιζε ολημερίς κρητικές λύρες, σπαραξικάρδιους   Μητροπάνους και λυγμικούς Πάριους.
Εκείνη τη μέρα όταν μπήκα δεν έπαιζε τίποτα. Φαίνεται πως τα δυο μουστάκια είχαν τόση πολλή δουλειά που λησμόνησαν τη μουσική επένδυση του καταστήματος κι έτσι άκουγα μόνο τα μαχαιροπήρουνα πάνω στα πιάτα  και το σαματά των οχημάτων έξω στο δρόμο.

Παράγγειλα μακαρόνια με κιμά. Το χαρωπό μουστάκι, έδωσε την παραγγελία στο βαρύ κι ασήκωτο, που γέμισε ευθύς ένα πιάτο, ύστερα ο κοντός το έβαλε σβέλτα στο φούρνο μικροκυμάτων και  μου έκανε αστείες γκριμάτσες μέχρι να βγεί η μακαρονάδα καμαρωτή  στον προκαθορισμενο χρόνο των δυόμιση λεπτών. Γκλίίίνγκ. Με μια αεράτη κίνηση, άνοιξε την πόρτα του φούρνου, έπιασε με το ένα χέρι το πιάτο και καθώς έριχνε μια στροφή (σα ζεϊμπεκιά ένα μπράμα) για να μου το απιθώσει στο τραπέζι, πρόλαβε με το άλλο χέρι και πάτησε το play στο κασετόφωνο.
Αν μου είχε κατεβάσει το καυτό πιάτο στο κεφάλι θα είχε λιγότερο τρομαχτικό αποτέλεσμα:

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Τα φορτηγά, τα μηχανάκια, τα λεωφορεία, τ' αγροτικά, τα ταξί, τα σκαφτικά και τα ΙΧ ξαφνικά έμειναν παγωμένα, τα μαχαιροπήρουνα έμειναν μετέωρα, τα σαγόνια των ανθρώπων που έτρωγαν στάθηκαν ανοιχτά, οι κουβέντες έμειναν μισοτελειωμένες, όλα γύρω μου σιώπησαν και ακινητοποιήθηκαν, μόνο οι υδρατμοί του μαγέρικου συνέχιζαν να κινούνται όχι πια όμως προς τα πάνω αλλά έπιασαν ν'απλώνονται προς όλες τις κατευθύνσεις μέχρι που τα πάντα βυθίστηκαν μέσα σε μια σκούρα ομίχλη.
Το πλοίο έσκιζε τη θάλλασα καθώς σκοτείνιαζε, μαύρα κατράμι και φουσκωμένα τα νερά,  η αλμύρα χύθηκε στα ρουθούνια μου μαζί με τη μυρωδιά του ψαρόλαδου και τα τσουξε, ένιωσα το κατράμι να μου καίει τα νύχια. Ύστερα άκουσα τον αέρα να σφυρίζει και στο βάθος από κάτω μου μια βαρειά ανάσα να αγκομαχεί. Μια μεγάλη στενοχώρια με πλάκωσε σαν κάτι πολύτιμο να 'χα πρόσφατα χάσει, αναστέναξα και χάιδεψα αφηρημένος το τατουάζ στο μπράτσο μου. Αναστέναξα κι έσκυψα απαρηγόρητος το κεφάλι.
Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζωνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.
Γκλίιινγκ! Ακριβώς δυόμισυ λεπτά απ'όταν άριχσε τo "Kuro Siwo", το τραγούδι  τελείωσε κι όλα γύρω μου ξανάγιναν όπως πριν, οι άνθρωποι συνέχισαν να μασουλάνε και να φλυαρούν, τα πιάτα και τα αυτοκίνητα ξανάπιασαν το τρεχαλητό τους.

Μόνο εγώ δε γύρισα ποτέ πίσω...

Πριν αρχίσει το επόμενο τραγούδι σηκώθηκα, πάτησα το στοπ στο κασετόφωνο και ρώτησα δείχνοντας το:
- Τι είναι αυτό;
Τα δυο μουστάκια κοιτάχτηκαν.
- Ο Σταυρός του Νότου. Μικρούτσικος με ποίηση Καββαδία, πρόφερε με σεβασμό τα ονόματα ο νο 1.
- Μπορώ να δανειστώ την κασέτα;
Τα δυο μουστάκια ξανακοιτάχτηκαν.
- Ναι, είπε ο Νο 2.
- Ευχαριστώ, είπα και την άρπαξα. Τι χρωστάω για το φαΐ;
- Τίποτα, κερασμένο από το κατάστημα. Άλλωστε δεν το έφαγες.
- Θα την ακούσω και θα την επιστρέψω αύριο.

Την επέστρεψα μετά από 3-4 μήνες.



 

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Γράμμα σ'ένα παιδί που δε μεγάλωσε ποτέ

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017 0
Θα πάμε στου Πέτρου να ψήσουμε πανσέτες και να πιούμε μπύρες. Θα σου κάνω πάλι τράκα τσιγάρα με τη μόνιμη δικαιολογία πως καπνίζω μόνο βράδυ και γι' αυτό δεν έχω δικά μου. Και θ'αναρωτιέσαι πάλι πως το κάνεις αυτό ρε μαλάκα, ατσίγαρος όλη μέρα και τσιμινιέρα μόλις σκοτεινιάσει. Την Παρασκευή (μια Παρασκευή) όπως σου υποσχέθηκα θα πάμε σε κείνη την κρητική ταβέρνα. Εσείς  θα πίνετε μαρουβά κι εγώ τσικουδιά. Η Άννα θα σε λοξοκοιτάζει πίνοντας μπύρα. Μια μέρα θα σας καλέσω και στο σπίτι για πιλάφι και καλτσούνια. Εσύ θα με κοροϊδεύεις την ώρα που θα ιδρώνω πάνω από τη ζύμη και τη μυζήθρα κι εγώ θα σε κράζω που θα φας δυο ολόκληρες τηγανιές μοναχός σου. Να δεις που θα τελειώσουν γρήγορα οι μπύρες. Θα πεταχτείς  να πάρεις μερικές παγωμένες; Θα στείλουμε τον Αλέξανδρο να φέρει παγωτό. Μια καθημερινή θα την κοπανίσω πάλι απ'τη δουλειά και θα πάμε για ψαρομεζέ στην παραλία. Θα 'ρθει κι ο Κωστής. Θα πέσει πολύ κουτσομπολιό. Θα πούμε για όλους, θα πιούμε για όλους. Θα πίνουμε  Βαγγέλη και θα γελάμε με την ανοησία των κατά φαντασίαν αθανάτων που νομίζουν ότι το μέλλον έρχεται, των κατ'εξακολούθηση θλιμμένων που ξέρουν ότι δεν υπάρχει μέλλον, των κατά συρροή αμετανόητων που δεν το σκέφτονται καν. Κάποια μέρα θ'απωλέσουμε κι εμείς το μέλλον μας ρε φίλε. Έως τότε θα κωπηλατούμε στο γαμημένο παρόν μας χωρίς εσένα.
Αντίο Βαγγέλη.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017 0

Μου θύμιζε  Σαρλώ: Σακκουλιασμένο παντελόνι που ήταν κάποτε μαύρο μα τώρα είχε το χρώμα της στάχτης. Στους ίδιους ξεβαμμένους τόνους, το σακκάκι με τα μανίκια που του έπεφταν κοντά, τσαλακωμένο πουκάμισο και τα σκονισμένα χοντροπάπουτσα. Αδύνατος, με σγουρά γκρίζα μαλλιά, άτακτα πυκνά φρύδια και κοντομούστακο που είχε πάρει το κίτρινο της νικοτίνης - ίδιο με τα δάκτυλα του δεξιού του χεριού.  Μάγουλα βαθουλωμένα, βλέμμα πράο κι ήσυχο σαν του αρνιού.
Τον έβλεπα να περπατά τρεκλίζοντας τύφλα από την τσικουδιά, το χύμα κονιάκ και το κακό ούζο.
Γύρναγε απ'το πρωΐ στα καφενεία και ρούφαγε ότι έβρισκε, ακόμα και λεμονάδες όταν δεν του σέρβιραν αλκοόλ.
- Γιάντα γιαγιά πίνει ο Νικολής; ρώταγα την παντογνώστρια γιαγιά - Μαριάννα. Τη Λωξάντρα μου. 
- Οντέν επήγε στον πόλεμο το 40, αρρώστησε βαργιά από φυματίωση - Παναγία μου μπρόφταξε το κοπέλλι μου, σταυροκοπήθηκε, και του 'πανε στο νοσοκομείο οι γιατροί  ότι δε μπορούνε να του κάμουνε πράμα κι ότι θα ποθάνει σ' έξε μήνες. Μονό να πάει λέει οπίσω στο σπίτι ντου να ποθάνει. Κι αυτός από τον καημό του άρχιξε το πιοτό.
Γύρισε ο Νικολής όπως - όπως μαζί με τους άλλους φαντάρους στην Κρήτη, μόνο που αντί για το απολυτήρο με την ημερομηνία αποστράτευσής του, κουβαλούσε μαζί του ένα εξιτήριο με την ημερομηνία λήξης του!
Περιμένοντας το θάνατο που οι λαμπροί επιστήμνες προέβλεψαν, άρχισε να πίνει με κτηνώδη μανία τσικουδιά. Πέρασαν οι "έξε μήνες" γέμισε ένας χρόνος, έκλεισαν 10, 20, 30 χρόνια. Ο Νικολής παρέμενε ζωντανός και πιωμένος, σα να σούρωσε μαζί του κι ο ίδιος ο Χάρος και ξέχασε να κάμει το καθήκον του.
Κάποτε κάτι άλλοι γιατροί που τον εξέτασαν του εξήγησαν ότι η ασθένειά του εξαφανίστηκε με τρόπο ανεξήγητο και τον ξαναέστειλαν πίσω στο χωριό... για να ζήσει.
Κι ο Νικολής συνέχισε σε το πιόμα, από καφενίο σε καφενείο. Πολύ συχνά οι καφετήδες υπέκυπταν στις παρακλήσεις των αδερφάδων του και δε του 'διναν πιοτό. Τότε εκείνος καθότανε σε μια γωνιά σαν παιδί που το μάλωσαν και κοίταγε με ζήλια τους υπόλοιπους θαμώνες που κουτσόπιναν. Σύντομα όμως τον λυπόντουσαν και του βαζαν ξανά. Στο κάτω - κάτω, θα σκέφτονταν  δικό του το κακό, αφού ήταν άκακος, δεν έκανε φασαρίες και δεν έβριζε.
Ένα μεσημέρι Σαββάτου στο καφενείο της μάνας μου βρεθήκαμε οι δυο μας. Ο κόσμος έλειπε, άλλοι στις ελιές, άλλοι στα πρόβατα.
Έκατσα απέναντί του και τον παρατηρούσα. Χωρίς ντροπή. Παιδί ήμουν άλλωστε, μπορούσα να κοιτάζω όποιον ήθελα χωρίς να δίνω λογαριασμό. Δίπλα του ένα άδειο ποτήρι,- μάλλον δεν είχε λεφτά για το επόμενο. Σκέφτηκα ότι είχε πάνω-κατω την ίδια ηλικία με τον παππού μου. Όμως που ήταν τα δικά του εγγόνια; Ηλίθια ερώτηση· αφού δεν είχε ούτε παιδιά. Και γιατί δεν είχε παιδιά;
- Γιάντα πίνεις μπάρμπα Νικολή; ξεστόμισα.
Χαμογέλασε. Φάνηκαν κάτι δόντια αραιά και χαλασμένα. Περιέργος το χαμόγελο αυτό δεν ήταν αποκρουστικό. Ίσως γιατί ήταν χαμόγελο. Έβγαλε το πιπάκι του από τη μι ατσέπη, κι ένα άφιλτρο "Έθνος" από την άλλη. Ίσιωσε προσεκτικά το τσαλακωμένο τιγάρο και με μια σίγουρη κίνηση το μοίρασε στα δυο. Επέστρεψε το ένα κομμάτι στην τσέπη, προσάρμοσε το άλλο στο πιπάκι, έβγαλε ένα σκουριασμενο τσακουμάκι, τσακ - τσακ - τσάκ - τσάκ κι άναψε σκορπίζοντας μυρωδια καπνού και βενζίνης. Φύιξε στο πλάι τον κανπό προσέχοντας να μη  με βρει στα μούτρα κι άρχισε να λέει με τη μπάσα φωνή του:
- Άρχιξα να πίνω γιατί δεν εμπορούσα το θάνατο. Εφοβούμουναι. Κοπέλι ήμουναι, όι σαν κι εσένα πλιό μεγάλο.
- Μα δεν επόθανες μπάρμπα Νίκο!
- Ναι ετουτονά άλλαξε. Άλλαξα όμως κι εγώ, θωρρείς, τόσα τα χρόνια έβανα ούλη μου τη δύναμη να νταγιαντήσω το θάνατο και δε μου 'μεινε άλλη ανάκαρα εδά να νταγιαντήσω τη ζωή.Εκατάλαβες;
Εκατάλαβα. Για πόσο μπορείς να παλέψεις το φόβο του θανάτου; Και μια και δυο και περισσότερες. Μα όχι για δεκαετίες ολόκληρες, κάθε μέρα, κάθε στιγμή.
Σηκώθηκα και πήρα το μπουκάλι τση τσικουδιάς από το τεζιάκι του μαγαζιού και του γέμισα το ποτήρι.
- Εβίβα, μπάρμπα Νικολή!
- Εβίβα Κωστή.
Άφησα το μπουκάλι δίπλα του στο τραπεζάκι.
- Κερασμένο, φώναξα.
Και βγήκα όξω να παίξω αμπάριζα με τα άλλα κοπέλια.


Υ.Γ.
Νιώθω μεγάλο σέβας για τους τελειωμένους ανθρώπους, τους οριστικά και μετάκλητα χαμένους και κατεστραμμένους που έφτασαν εκεί που έφτασαν χωρίς να φταίνε. Εκείνα τα γρανάζια της μηχανής που σπάνε και που κανείς δε νοιάζεται για τη ζημιά τους γιατί είναι αναλώσιμα, απόλυτα περιττά μόλις επιτελέσουν το ευτελές τους έργο. Θαρρετά παραδωμένοι στην κακή τους μοίρα, δεν κλαίνε, δεν παραπονιούνται δε ζητούν.  Θέλω να πιστεύω ότι σε μια άλλη ζωή, σε μια άλλη διάσταση, πιο δίκαιη, πιο αγαθή, συνεχίζουν να υπάρχουν ευτυχισμένοι, χορτάτοι,περήφανοοι και γαληνεμένοι ... αλλά (Παναγία μου μπρόφταξε) όχι ξεμέθυστοι!




Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Ράδιον εστί

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017 0
Ρέθυμνο 1992. Ο Γιάννης ο Μανουσάκης μόλις είχε τελείωσει άλλη μια λεπτοδουλεμένη εκπομπή του στον Team Fm. "Τραγούδια για φίλους". Λιτός λόγος, διαλεχτή μουσική. Είχε πολλά να πει ο Γιάννης στους φίλους αλλά άφηνε τα τραγούδια να τα πούνε "αντ'αυτού".
Την κένταγε την εκπομπή κομμάτι - κομμάτι, την προετοίμαζε μέρες ολόκληρες. Κι αυτό που έβγαινε έμοιαζε με λειτουργεία. Αρμονική.
Μετά την αποφώνηση πήγαμε γαι πίτσα στην παραλία. Ρε Γιάννη του λέω, λες να μ'αφήσουνε να κάμω κι εγώ εκπομπή; Γιατί όχι; αποκρίθηκε, πές το του Αλέκου, διευθυντής είναι σε ξέρει, δε νομίζω να στ'αρνηθεί. Από το ζόρε μου κατάπια το τελευταίο κομμάτι της πίτσας αμάσητο και πήγα στο Cecilia. Το καλύτερο μπαρ του κόσμου (μαζί με το Metropolis) ήταν στο Ρέθυμνο. Ο Βασιλιάς Αλέκος κέρναγε μουσική και σφηνάκια. Πως να του το πω τώρα, αναρωτήθηκα αγχωμένος. Ήπια κάμποσα για να πάρω θάρρος και ξάφνου το ξεστόμισα απνευστί: τι λες ρε Αλέκο, μπορώ να κάμω εκπομπή στον Team Fm; Παρέλυσα, είχα ταχυκαρδία στηθάγχη και δύσπνοια. Έπρεπε να είχα πιεί λίγο ακόμη σκέφτηκα.
Ο Αλέκος είχε για κάθε περίπτωση κι ένα διαφορετικο βλέμα: κοροϊδευτικό, τρυφερό, λάγνο, σκεπτικό, ειρωνικό, χαρούμενο, ανυπόμονο, φουρκισμένο, καταφατικό κλπ.
Εκείνο το βράδυ ανακάλυψα και το κιμπάρικο: ναι ρε μαλάκα!
Είπε ναι, είπε ναι, είπε ναι!!! Πριν προλάβει να το μετανιώσει είχα φύγει σφαίρα, πήρα το αμάξι και απογειώθηκα σαν πύραυλος μέχρι τον Τίμιο Σταυρό που ήταν το studio.
Ο σταθμός μετά τις 12 έπαιζε 2ωρες κασέτες με κάτι ωραίες εκπομπές του Άλκη Καζούλη, του Γιάνη του Κούνουπα και άλλων παραγωγών. Κατέβασα τη φέτα της κασέτας, έβαλα το σήμα του σταθμού και βγήκα στον αέρα.
Ξεκίνησα με το "Ίσως φταίνε τα φεγγάρια", συνέχισα με το "Ο έρωτας της Κυριακής" και μετά με κάτι από Γαλάνη που δεν το θυμάμαι, γιατί εκείνη την ώρα συνειδητοποίησα ότι ξεκίνησα εκπομπή εν θερμώ, χωρίς σχέδιο και χωρίς να ξέρω τι να πω στο μικρόφωνο.
Γιατί κάτι έπρεπε να πω ρε γαμώτη, ποιός είμαι, τι κάνω, ποιό κομμάτι παίζει, τι θα παίξει μετά και τέτοια. Κόλλησα. Δε γαμιέται, θα αυτοσχεδιάσω, καλησπέρα είναι η εκπομπή χωρίς όνομα με τον Κωνσταντίνο (με το τρακ που είχα που να προσθέσω και το δυσπρόφερτο Κατσανδρεδάκης). Ωραία λέω, αυτή ήταν η καριέρα σου στα Ρεθυμνιώτικα ερτζιανά, τρια τραγούδια και μια τρεμάμενη εκφώνηση. Τώρα, αποφώνηση, αποχαιρετισμός και γρήγορα πριν ξεφτιλιστώ περαιτέρω, σκέφτηκα και έπιασα το δίσκο με το σήμα του σταθμού για να δώσω τέλος στο ραδιοφωνικό μου ψυχόδραμα. Ντριιιιιιιν, χτυπά το τηλέφωνο του σταθμού (51561). Να τα μας λέω, κανένας εκνευρισμενος ακροατής θα με γαμοσταυρίσει που διέκοψα τη τζαζ του Κούνουπα για τις μαλακίες μου. Εμπρός, απάντησα, έτοιμος να λουστώ την κατσάδα.
Έλα, ο Παντελής είμαι (η προεδράρα του σταθμού). Καλά το πας ρε μαλάκα, συνέχισε,μπράβο. Έχετε δει κάτι έργα που ο ήρωας βρίσκεται μπροστά στην κάνη ενός όπλου και ετοιμάζεται να αποχαιρετίσει τα εγκόσμια με ανατιναγμένο κρανίο αλλά ξαφνικά μπαίνει κάποιος και τον γλιτώνει σκοτώνοντας τον κακό; Ε, αυτος ήταν ο Παντελής, που με τρεις κουβέντες με γλίτωσε από το θανατικό μου.
Τον ευχαρίστησα κι αντί για το σήμα της αποφώνησης έβαλα Χατζιδάκη:

Σταμάτα Παντελή το γλεντοκόπι
δεν είναι πια στο χέρι σου οι ανθρώποι.
Κατάπιε τη στερνή σου τη μπουκιά
σε λίγο θ’ ακουστεί κι η ντουφεκιά.

Οι πιο μεστές στιγμές της ζωής μου είναι ραδιοφωνικές. Τις χρωστάω όλες στο Γιάννη, στον Αλέκο και στον Παντελή. Ο ένας μου δωσε το παράδειγμα, ο δεύτερος την ευκαιρία και ο τρίτος το φιλικό χτύπημα στον ώμο.
Φυσικά τους πρόδωσα και τους τρεις αφού δεν έγινα, ούτε και πρόκειται να γίνω ποτέ ραδιοφωνικός παραγωγός της προκοπής.

Είμαι όμως ένας φανατικός, ευτυχής και ευγνώμων ραδιοφωνατζής.














Κρύο. Ο θόρυβος του καυστήρα που προσπαθεί να με ζεστάνει είναι ίδιος με το βρούχος του ελαιοτριβείου που υπήρχε κάποτε απέναντι από το πατρικό μου. Ίδιος Χειμώνας σαν τούτον εδώ, απειλητικός και δυσοίωνος αλλά μας παρηγορούσε η βεντέμα και το εργοστάσιο δούλευε με μάνητα μέχρι αργά. Κοιμόμουνα και ξύπναγα με τη βαριά ανάσα του μύλου που άλεθε το φαιοπράσινο χρυσάφι.
Ο πιο καθησυχαστικός ήχος της ζωής μου· προστατευτικός και δυνατός με διαβεβαιώνει ότι όλα θα πάνε καλά. Η πέτρα που κυλάει μακάρια λιώνει τον καρπό που συγκεντρώθηκε με κόπο και βγάζει τον πολύτιμο πολτό που το στίβουν τα υπομονετικά πιεστήρια. Στο τέλος ο διαχωριστήρας το λυτρώνει από κάθε βδελυρό στέλνοντας το δύσοσμο περίττωμα σ' ένα αυλάκι που ταξιδεύει μέχρι το ποτάμι ενώ από την άλλη γεμίζει τα δοχεία με υγρή, παχύρευστη Ζωή.
Ο Παυλής ο Χαροκόπος, γυαλίζει από τον ιδρώτα και το ελαιόλαδο νύχτα μέρα. Όλα θα πάνε καλά. Δυνατά μπράτσα και ρωμαλαίες μέσες δουλεύουν ακούραστα σα να μοιράζονται το τριφασικό ρεύμα με τα μοτέρια του ελαιουργείου. Όλα θα πάνε καλά.
Ο καυστήρας βρυχάται φιλότιμα, ζεσταίνει τους τοίχους, τα έπιπλα, τα σκεπάματα,στεγνώνει τα ρούχα, κοκκινίζει τα μάγουλα. Μόνο την καρδιά μου δε μπορεί να ζεστάνει γιατί δεν είναι ο "μύλος του Φώτη", γιατί δε μυρίζει πυρήνα, γιατί δε βγάζει πράσινο πικρό λάδι, γιατί δε θα 'ρθει αύριο το πρωΐ στο καφενείο μας ο μπάρμπα Γιώργης να του κάμω βαρύ-γλυκό καφέ στο χοντρό φλυτζάνι...
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates