Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Αρχαία ελληνική γλώσσα: Μύθοι και μυθοποίηση.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018 0
Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Λίγα λόγια πρώτα για τους όρους «μύθοι» και «μυθοποίηση», οι οποίοι επιβάλλονται διά του τίτλου εδώ στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Εξαρχής θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας μυθολογία θα μπορούσε, σχηματικά πάντοτε, να μοιραστεί σε τέσσερις εποχές: αρχαιότητα, βυζάντιο, τουρκοκρατία, νέος ελληνισμός. Για ευνόητους λόγους θα επιμείνω στην πρώτη εποχή.

Στον ευρύτερο χώρο της αρχαιογνωσίας, ειδικότερα στην περιοχή της ιστορίας των ιδεών, η λέξη «μύθος» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται λίγο πολύ ως συμπληρωματικός και μάλλον αντίθετος όρος των λέξεων «λόγος» και «σκέψη». Η προηγούμενη διάκριση υπονοεί δύο διακεκριμένα (όχι κατ' ανάγκην και διαδοχικά) συστήματα έκφρασης και επικοινωνίας στον αρχαιοελληνικό κόσμο ­ πρώιμο, ακμαίο, όψιμο: παραδοσιακό και συλλογικό το ένα, εξατομικευμένο και κατά κάποιον τρόπο νεοτερικό το άλλο· αλληγορικό το πρώτο, κυριολεκτικό το δεύτερο· φαντασιακό το προηγούμενο, εξορθολογισμένο το επόμενο. Προφανώς οι τρεις προτεινόμενες διακρίσεις παραείναι απλουστευτικές και βεβαίως δεν αποκλείουν την επιμειξία τους.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, προκειμένου για την αρχαία ελληνική γλώσσα αναγνωρίζονται από πολύ νωρίς μυθολογικού τύπου ερμηνείες της, οι οποίες εντούτοις απαντούν σε ριζικές περί γλώσσας απορίες, μερικές μάλιστα από τις οποίες παραμένουν ακόμη και σήμερα άλυτες. Οι σχετικοί πάντως μύθοι εύκολα μοιράζονται ανάμεσα σ' εκείνους που αφορούν τον αυτονόητο μάλλον προφορικό λόγο και σ' αυτούς που προσπαθούν να εξηγήσουν το αίνιγμα της γραφής. Καταλογίζω εφεξής σε τέσσερις κατηγορίες τα περί γλώσσας απορήματα που μπορεί κανείς να διακρίνει στην αρχαία ελληνική γραμματεία:

1. Μυθολογείται πρώτα η αρχαία ελληνική γλώσσα ως προς την καταγωγή και την εύρεσή της· κυρίως ως προς τη θεολογική, ανθρωπολογική ή μεικτή αφορμή της.

2. Μυθολογήματα επίσης εμφανίζονται, προκειμένου να κατοχυρωθούν η αρχαιότητα και η προτεραιότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έναντι άλλων γειτονικών γλωσσών.

3. Μυθολογικές εξηγήσεις προτείνονται, για να αποφασιστεί ο πραγματολογικός, ή και οντολογικός, τύπος της γλώσσας σε αντίθεση προς τον συμβατικό της χαρακτήρα.

4. Μύθοι, τέλος, επινοούνται, για να υποστηρίξουν ως αδιαίρετο το ζεύγος «όμαιμον-ομόγλωσσον», στο πλαίσιο μιας αυθεντικής φυλετικής ιθαγένειας, εκεί μάλιστα που λίγο πολύ σκανδαλίζει η εμφάνιση κάποιας πολυγλωσσίας.

Δεν έχω τον χώρο να παραδειγματίσω τις προτεινόμενες τέσσερις απορηματικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν λιγότερο στην προφορά και περισσότερο στη γραφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Είναι ωστόσο προφανές ότι οι διάφοροι αυτοί μύθοι περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας δεν πρέπει να θεωρούνται αυθαίρετοι και καταφρονητέοι, στον βαθμό που ανταποκρίνονται σε αναγνώσιμες ανθρωπολογικές και ιστορικές συνθήκες. Παρά ταύτα η αρχαιογνωστική επιστήμη, ειδικότερα η επιστήμη της γλωσσολογίας, επωμίζεται νομίμως την ευθύνη να διακρίνει τις τεκμηριωμένες γνώσεις μας για την αρχαία ελληνική γλώσσα από τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις και παραμορφώσεις της, οι περισσότερες από τις οποίες σχηματίζονται στα ελληνιστικά και ελληνορωμαϊκά χρόνια, εφεξής εγκαθίστανται και προοδευτικώς εξωραΐζουν ώς σήμερα το είδωλο πλέον της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ως μέτρο αξιολογικής σύγκρισής της με τη νέα ελληνική γλώσσα.

***

Η βασικότερη ιδεολογική (μυθολογική και μυθοποιητική) παρεξήγηση περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αναγνωρίζεται στην αυθαίρετη ταύτισή της με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Σύμφωνα με τούτο το ιδεολόγημα, η υψηλή στάθμη της γλώσσας εξασφαλίζει εκ των προτέρων την υψηλή στάθμη της γραμματείας, ως σχέση μάλιστα αιτίου προς αιτιατό. Τούτο προφανώς σημαίνει αξιολογική πρόταξη πλέον της γλώσσας έναντι των γραμμάτων· σάμπως να πρόκειται για ένα είδος γλωσσικής γεννήτριας, προορισμένης να παράγει στο διηνεκές αξεπέραστης αξίας λογοτεχνικά και γραμματειακά έργα. Η μυθολογική και μυθοποιητική αυτή στρέβλωση ανάγεται στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια και κωδικοποιήθηκε από το γνωστό κίνημα και τους συντελεστές του πρώιμου και ύστερου αττικισμού.

Σε τούτο το σημείο αξίζει να θυμηθούμε ότι η αρχαϊκή και κλασική εποχή δεν φαίνεται να κατέχεται από γλωσσική αυταρέσκεια. Γλώσσα και γραμματεία συμβάλλονται, καλλιεργούνται και εξελίσσονται με συνεχή διάλογο-αντίλογο του παρόντος με το παρελθόν, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει μαθησιακή αχαριστία του πρώτου προς το δεύτερο. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια δεν σχηματίζεται κάποιος λογοτεχνικός κανόνας, μολονότι αναγνωρίζονται οφειλές στους θεμελιωτές των λογοτεχνικών ειδών και γενών, και προπαντός στον Όμηρο.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, με την αττικιστική προκατάληψη, σύμφωνα με την οποία αρχαία ελληνική γλώσσα και αρχαία ελληνική γραμματεία λίγο πολύ ταυτίζονται, τα λογοτεχνικά κατορθώματα της αρχαιότητας αποσυνδέονται πλέον από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και θεωρούνται εφεξής υποχρεωτικά γλωσσικά πρότυπα. Σ' αυτό πάντως το μύθευμα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οφείλονται παρεπόμενες εμπλοκές του γλωσσικού μας ζητήματος και μια σειρά από συγγενικά ιδεολογήματα, τα οποία, για λόγους δημοσιογραφικής οικονομίας, εδώ μόνον επιγράφονται. Εννοούνται τα μυθεύματα για: (α) την καθαρότητα και τον άμεικτο χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας· (β) την πρότυπη αξία της έναντι όλων των άλλων γλωσσών· (γ) την αδιατάρακτη συνοχή και συνέχειά της· (δ) το αμετάφραστό της· (ε) την αποκλειστική κληροδοσία της στους Νεοέλληνες. Τα ιδεολογήματα αυτά, τα οποία ταλαιπώρησαν για δύο σχεδόν αιώνες τη νεοελληνική παιδεία και εκπαίδευση, υφέρπουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακόμη και σήμερα, μολονότι η δογματική υπεράσπισή τους οδηγεί συχνά σε πραγματολογικές αλλά και λογικές αντιφάσεις. Με μια τέτοια, κραυγαλέα, αντίφαση κλείνω το ιχνογράφημα τούτο περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Ενώ οι Νεοέλληνες, εν ονόματι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, διεκδικούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοτιμία της νεοελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, στο εσωτερικό της χώρας καταφανώς υποτιμούν τη στάθμη της νεοελληνικής γλώσσας, την οποία θεωρούν, έναντι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ανεπαρκή. Πρόκειται για ένα είδος ακατανόητης ενδογλωσσικής ανισοτιμίας, η οποία οδηγεί στην αυθαίρετη υπόθεση ότι η νεοελληνική γλώσσα χρειάζεται συνεχώς την υποστήριξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, για να καλύπτει τα κάθε λογής κενά της.

ΥΓ: Περιττεύει να πω ότι, ως κλασικός φιλόλογος, που χρόνια μελετώ την αρχαία ελληνική γλώσσα, αισθάνομαι φιλολογική έλξη προς αυτήν, την οποία εντούτοις είμαι υποχρεωμένος να υπερκεράσω, προκειμένου η απόσταση μεταξύ μύθου και λόγου για την αρχαία ελληνική γλώσσα να μην καταστεί αγεφύρωτο χάσμα.

___

Για την αντιγραφή

Εγώ

(Το άρθρο προέρχεται από το συλλογικό έργο "10 ΜΥΘΟΙ για την ελληνική γλώσσα" εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Εις του Βαρσάμου το νερό χρυσό δεντρί εφάνη...

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018 0



Μπρε, Κωστή, εδά θα σου μάθω ένα βυζαντινό, ναι, βυζαντινό ριζίτικο, απού μου το ‘χε μαθωμένο ο Βενοσίφης κι αυτηνού ο παππούς του κι αυτηνού ο προπάππους του και πάει ετσά λοής:


“Εις του Βαρσάμου το νερό,
χρυσό δενδρί εφάνη
Κι εις τη σκιανιάδα του δεντρού
Οζά ήταν σταλισμένα.

Τρεις κλέφτες επεράσανε
τρεις κλέφτες επερνούσα’
Κάθουνται και ξανοίγουν’τα
στέκουνται και μετρούν’τα.»

Εκατάλαβες; τω παλιώ γκαιρώ εγυρίζανε πέρα – πόδε κλέφτες και ξανοίγανε μη μπανα βρούνε κιανένα κουράδι αφύλαχτο, ναι Κωστή ακούς; Και ξανοίγανε απού λες το κουράδι και το θαυμάζανε και λέγανε:


«Για δες οζά για δες αρνιά
για δες κριγιούς μπροστάρους
Για προβατοσκλάβερα
ασημικά ραμένα»

‘Οι – όι μρε σα ντου ξεγηβεντισμένου του –τάδε- απού τα τζουμπροδένει ο γουρσούζης με τέλια και σπαούλια, εκατάλαβες;

Και ξανοίγουνε απού λες να δούνε από τσοι σαμές τίνος είναι τα οζά μα δε ξεχωρίζουνε και τονέ λέει ένας κατεχάρης:

«Τούτα δεν είναι Σφακιανά,
ούτε κι από τα Ανώγεια,
Μον’είναι των εννιά αδερφώ
των αναγυρισμένω.»

Των αναγυρισμένω, εκατάλαβες, ε Κωστή;

«Απού ‘ναι οι τρεις γραμματικοί
κι οι πέντε καπετάνιοι
κι έχουν το Γιώργη για βοσκό
κι έχει και το σπαθάκι ντου ψιλάν ακονισμένο»

Στο σημείο αυτό τόνιζε τη λέξη «Γιώργη» ενώ στη λέξη «σπαθάκι» όρθωνε απότομα την πλάτη και τέντωνε προς τα έξω το στήθος σαν Στρατηγός σε παρέλαση για να καταλήξει ηρωϊκά στο τελευταίο μέρος:


«Τρία βουνά ‘χουν χειμαδειά
Στο’να βουνό τ’αρμέγουνε
Στ’άλλο τυροκομούνε
Στο τρίτο χύνουν το χουμά,
τη θαλασσα πλησιαίνουν.»

Ο Βαγγέλης μύριζε τσικουδιά, Καρέλια και τσιμέντο -λόγω δουλειάς. Λαλούσε μια πράσινη «Ατλας» τρίκυκλη σκαφτικιά, όπου πάνω της έμαθαν να οδηγούν οι τέσσερις γυιοί του.
Μια φορά τράκαρε με τον έναν του γυιό που καβαλούσε ένα Sachs στη μεσοχωριά. Όταν είδε ότι ούτε ο νεαρός ούτε το μοτοσακό δεν έπαθαν τίποτα του είπε αυστηρά: "Ξάνοιγε μπρε μην το χαλάσεις του δαιμόνου το εργαλείο". Τέρας ψυχραιμίας!
Γνώρισε πολλές χαρές και μια μεγάλη, αβάσταχτη λύπη.  Το χιούμορ του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Πονηρό αλλά ποτέ χυδαίο.
Ο Βαγγέλης λάτρευε τους στίχους. Δεν τραγουδούσε ποτέ (τουλάχιστον εγώ δεν  τον άκουσα), αλλά θυμότανε πολλά από εκείνα τα ριζίτικα και άλλα δημοτικά της Κρήτης που διαδίδονται στόμα με στόμα εδώ και εκατοντάδες χρόνια και μου έκανε θαυμασιες απαγγελίες διανθισμένες από διάφορα δικά του σχόλια.Σαν παλιός παραμυθάς . Έχω όμως την υποψία ότι και ο ίδιος ήταν ποιητής.
Μια φορά μου απάγγειλε ένα καταπληκτικό ποίημα το οποίο έλεγε για ένα φρεσκοπαντρεμένο νεαρό ζεύγος, όπου ο άντρας φεύγει για τον πόλεμο και λείπει πολλά χρόνια. Στον καιρό του χωρισμού κι οι δυο φαντάζονταν το ξανασμίξιμό τους γεμάτοι πάθος και αδημονία. Όταν όμως πλέον εκείνος γυρίζει ασπρομάλλης πια, βρίσκει τη δέσποινα των λογισμών του μαραμένη σαν τον ίδιο. Κι αντί να ζήσουν εκείνο το αργοπορημένο σμίξιμο σαν δυο στερημένοι εραστές,  «εθέσανε να κοιμηθούνε στο τέλος Κωστή σαν τ’αδέρφια».
«Κι έχουν το Γιώργη για βοσκό Κωστή» μου φώναζε όταν μ’έβλεπε να φτάνω στο χωριό.  Κι εγώ του απαντούσα γελώντας «κι έχει και το σπαθάκι ντου, ψιλάν ακονισμένο Βαγγέλη»!

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Careful with That Axe, διάολε!

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018 0

Ήρθε πάλι ο διάολος να με πάρει οψές το βράδυ.
- Καλώς τον φώναξα, κρύβοντας στον εύθυμο χαιρετισμό το φόβο μου. Θα πιείς κάτι;
- Όχι, απάντησε, την άλλη φορά με μέθυσες με καυτερή τσικουδιά και λησμόνησα τον αντικειμενικό μου σκοπό.
- Δεν το ΄ θελα, είπα δήθεν ενοχλημένος. Δικαιούμαι μια τελευταία επιθυμία όπως γνωρίζεις, του θύμισα. Ας ακούσουμε ένα τραγουδάκι.
- Πφφφφ, θα μου βάλεις πάλι "το θάνατο του λυράρη" του Μουντάκη και θα με πάρουν ξανά τα δάκρυα και θα φύγω για άλλη μια φορά άπραγος και ντροπιασμένος.
- Ντάξ, δε θα βάλω κρητικά αφού έχεις κι εσύ τις ευαισθησίες σου.
- Δε θα βάλεις ελληνικά γενικώς διότι μου κάνουν την καρδιά μαλακή σαν ανθόγαλο.
- Δεν έχεις καρδιά.
- Έχω, αλλά όχι πάντα...
- Οκ, να βάλω ένα ροκ παλιό; Είναι από το soundtrack της ταινίας Zabriskie Point του Michelangelo Antoniοny. Τι μπορεί να σου κάνει η μουσική ενός φιλμ;
- Καλή ιδέα, αλλά μη νομίζεις ότι θα μου την ξαναφέρεις.Στην τελευταία νότα σε πήρα και πας καλιά σου, κατάλαβες σκουλήκι;
Έβαλα στο πικ-απ το Ummagumma των Pink Floyd. Διάλεξα από την Α' πλευρά το 2ο κομμάτι: "Careful with That Axe, Eugene".
Πρόκειται για την ιστορία δyο φίλων σ'ένα δάσος. Ο ένας κόβει ένα δένδρο με ένα τσεκούρι κι ο άλλος κάθεται απέναντί του φωναζοντάς του να προσέχει μ'αυτό το επικύνδυνο εργαλείο.
Το τύμπανο του Nick Mason υποδύεται το τσεκούρι του Eugene και ο Roger Waters τον φίλο του που με αγωνία προειδοποιεί: "Πρόσεχε με αυτό το τσεκούρι, Eugene".
Ξαφνικά ακ΄ούγεται μια τρομακτική κραυγή που βγάζει ο τελευταίος γιατί χτυπήθηκε από το τσεκούρι. Η δεύτερη κραυγή είναι από τον ίδιο τον Eugene, που συνειδητοποίησε ότι μόλις σκότωσε τον φίλο του.
Όση ώρα διαρκούσε το περίπου εννιάλεπτο κομμάτι ο διάολο στεκώταν όρθιος και με κοιτούσε. Μόνο στο άκουσμα της δεύτερης κραυγής έπιασε την άκρη του λεπτοδουλεμένου του χιτώνα και την έσφιξε. Τα κότσια των κόκκινων χεριών του έγιναν άσπρα από την ένταση.
Το κομμάτι τελείωσε και πάτησα το στοπ του πικ απ. Ο δίσκος σταμάτησε να γυρίζει. Τον κοίταξα.
- Και τώρα τι; ψέλισα.
Απάντησε με ερώτηση:
- Το ήξερες ότι αυτό το κομμάτι βασίζεται στον αρχαίο ελληνικό "φρυγικό τρόπο";
- Ναι, αλλά μου διαφεύγει το πώς είναι ελληνική μια κλίμακα που έφτιαξαν οι Φρύγες;
- Ο πολιτισμός δεν είναι κανενός ηλίθιε. Τα ονόματα υπάρχουν μόνο για λόγους πρακτικούς, δεν υπονοούν απαραίτητα ιδιοκτησία, μόνο μια θαμπή προέλευση.
- Κάποιοι έφτιαξαν τον πολιτισμό.
- Όλοι φτιάχνουν πολιτισμό.
- Γιατί;
- Για να διασκεδάσουν το γεγονός ότι σύντομα θα πάψουν να υπάρχουν.
- Από πότε άρχισε αυτό;
- Ανέκαθεν έτσι ήταν. Δε θα σου κάνω ιστορία της Τέχνης βραδιάτικα.
- Εντάξει, τότε πες μου γιατί δάκρυσες πάλι; Σε συγκίνησε το κομμάτι; Σου θύμισε ο Φρύγιος παλιές καλές εποχές;
- Με συγκίνησαν οι Pink Floyd και η αθανασία της Τέχνης.
- Γιάντα;
- Διότι καθιστούν τη δουλειά μου μάταιη.
- Να το πεις του Roger Waters όταν θα πας να τον "διεκπεραιώσεις".
- Κάνεις χιούμορ κωλόπαιδο;
- Να σου δώσω κάτι πριν φύγεις, γιατί δε με βλέπω να σ'ακολουθώ απόψε;
- Θα εκτιμούσα αν μου χάριζες εκείνο το μπουκάλι με την τσικουδιά που έχεις στην κατάψυξη.
- Να κάνουμε πρώτα εβίβα δυο ποτηράκια και στη χαρίζω την υπόλοιπη.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Στη στέρνα του Βερύκη

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018 0


Ήταν ακριβως όπως τη θυμόμουνα: μικροκαμωμένη, καμπούρα, με άκρα λιανά  και στραβά σαν ελιδένια ξερόκλαδα. Οι καλοί άνθρωποι γερνώντας μοιάζουν με δέντρα, η γιαγιά μου η Μαριάννα έμοιαζε με χοντρή βελανιδιά, ετούτη εδώ η γρε Κατερίνη έμοιαζε με φτενή αγριελιά. Ακόμη και τα πολυφορεμένα ρούχα της, κάποτε μαύρα του πένθους, είχαν ξεσκοτεινιάσει από τους ήλιους κι είχαν γίνει γκρίζα σαν τη φλούδα του δέντρου.
Ακούμπησε το χεράκι στον ώμο μου κι έκατσε δίπλα μου, στο ολόμαυρο ξύλο που ήταν όλο ρόζους και χαραγματιές απέναντι από το σπίτι των Γαβαλάδων.
Κοιταχτήκαμε. Τα μάτια της κάποτε ήταν πράσινα ή γαλάζια δεν είμαι σίγουρος, αλλά ήταν ακόμη καθαρά, κάπως πονεμένα αλλά καθαρά.
-       Επήγα στο μποταμό θειά Κατερίνη σήμερω, στο Μαγκλαβά, στη στέρνα του Βερύκη.
-       Όφου παιδί μου, κατέω το, σας είδα.
-       Ήτανε και τρία εγγόνια σου εκειά, και δυο δισέγγονα.
-       Μα έπρεπε να μου φέρεις και τ’ άλλα να τα δω κι εκείνα.
-       Δεν ήτανε στο χέρι μου θειά, ξαφνικά με βάλανε στο αμάξι του Δημήτρη και με τσοι υπόλοιπους, μισοί στο κουβούκλι κι οι άλλοι μισοί στην καρότσα εκατηφορίσαμε από το τριόδιο και πήραμε την κατηφόρα.
-       Δε μπειράζει, θα τα δω άλλη φορά.
-       Ήτανε αγαπημένο σου μέρος εκείνο ε θειά;
-       Ναι, μόνο από κειά έπινα νερό. Εκατέβαινα με το κανιστράκι κάθε απόγεμα και το γέμιζα απο τη μπηγή.
-       Γιάντα, δε σ’άρεσε τση βρύσης;
-        Δεν ήτονε το ίδιο με κείνονά που έπινε η μάνα, ο κύρης και τ’αδέρφια μου εκείνω ντω καιρώ. Έπινα το κι αναστορούμουνε κι εθάρουνε ότι εδά θα προβάλει ο κύρης μου με τη μάνα μου από δίπλα στο περβόλι.
-       Ναι μα μένα μου ‘πε ο Σήφης σας ότι μια μέρα τον έστειλες να σου φέρει κι εκείνος σε μασκάρεψε και στο γέμισε από τη βρύση.
-       Ναι, είχα παραγεράσει και δεν εμπόρουνε να περπατώ και τον έπεψα με το κανιστράκι. Μα ετσά ‘ναι τα κοπέλια, βαριούνται και κάνουνε ζαβολιές κιαμμιά φορά. Μα ας έχει την ευκή μου τ’αγγόνι μου, ούλα ντ’άλλα καλά τα έκαμε, ό,τι μπόργιενε για την οικογένεια και για το χωριό ντου.
-       Ναι θειά, από καλά και πάνω. Κι έρχεται και δισεγγονάκι, της είπα κλείνοντας το μάτι.
-       Αμ ήντα θαρρείς, χαμογέλασε κοριτσίστικα η γρέ.
-       Θυμάσαι απού μας έπιασες με το Νικάκι σας να καπνίζουμε στο σπίτι μια μέρα που οι άλλοι έλειπαν; Σε έβγαλε σπρωχτή όξω ο Νίκος και συνεχίσαμε να φουμάρουμε εκείνο το Καρέλια που είχαμε κλέψει από τον πατέρα του το Βαγγέλη, κι ύστερα κάτσαμε τρέμοντας γιατί νομίζαμε ότι θα το μαρτυρήσεις; Μα εσύ δε το μαρτύρησες!
Εβαλε το χέρι της πάνω στο δικό μου.
-       Κι ανέ το ‘λεγα θα σταματούσατε να φουμέρνετε μπρέ χαΐνηδες;
-       Όχι θειά.
-       Ε, γι’αυτό. Κακό πράμα οι τζάμπα μάνητες.
-       Να ρωτήξω κι ένα άλλο μπράμα θειά;
-       Ότι θες, γι’αυτό δεν ήρθα;
-       Η μάνα μου έλεγε ότι σε άκουσε μια φορά που κατέβαινες στη στέρνα, να στέκεσαι δίπλα στην πηγή και να κάνεις μετάνοιες: «Ο Θεός να βλέπει το Βαγγέλη μας, ο Θεός να βλέπει τη Μαρία μας, ο Θεός να βλέπει το Σήφη μας, ο Θεός να βλέπει το Γιώργη μας, ο Θεός να βλέπει το Δημήτρη μας»  κ.ο.κ. και μετά έπιανες τσοι νεκρούς «Ο θεός να συχωρέσει τση μάνας μου, ο Θεός να συχωρέσει του πατέρα μου» και συνέχιζες τη νεκρολογία για ώρα. Μα δεν είχενε τόπο η εκκλησία να κάμεις τσοι δεήσεις σου;
-       Ο Θεός είναι εκειά που τονε φωνιάζεις κοπέλι μου, κι απόεις ήντα να κάθομαι να κράζω μπροστά στσοι υπόλοιπους; Ανέ το κάνανε ετσά ούλοι η λειτουργία ‘θελά κρατούσενε μιαν εβδομάδα.
-       Σωστά. Μα ένα μπράμα δεν εκατάλαβα, για σένα δεν έκανες δέηση;
-       Εκατό χρονώ γυναίκα ήντα ήθελες να ζητήξω του Θεού, κιανένα γαμπρό ή κιανένα καινούριο φουστάνι;
Τώρα ήταν η σειρά μου να γελάσω, μα ύστερα κάτι θυμήθηκα και μου κόπηκε το γέλιο. Σοβάρεψα απότομα, εκείνη το κατάλαβε κι έσκυψε ν’αφουκραστεί την επόμενη ερώτηση:
-       Δεν είναι κρίμα που Εκείνος δεν εισάκουσε ούλες σου τσοι ευχές και τσοι δεήσεις θεια Κατερίνη; Που δε φρόντισε για όλα όσα Του ζήτησες;
Άφησε το χέρι μου και έσιαξε τη ρόμπα της στο γόνατο. Μια κίνηση που θύμιζε ντροπαλή κοπελιά. Το βλέμα της στάθηκε πάνω στο χέρι της που ίσιωνε το σαρακοφαγωμένο ύφασμα.
-       Ο Θεός αντράκι μου δε κάνει ετσά τσοι δουλειές Του. Δεν είναι έμπορας μεταπράτης να δίνει και να παίρνει, έχει δικά Του ζύγια. Μας αφήνει να ζητήξουμε ό,τι θέλουμε αλλά κι Εκείνος  δικαιούται με τη δική Ντου σειρά να δώσει ό,τι θέλει. Ο Θεός που έκαμε τη Πρόσθεση και τον Πολλαπλασιασμό ο ίδιος έκαμε την Αφαίρεση και την Διαίρεση. Κι ύστερα, όποιον παίρνει από επαέ τον έχει κοντά Του. Που θαρρείς είναι πλια καλλιά, επαέ ή δίπλα Του;
-       Δε γκατέω θειά Κατερίνη.
-       Εγώ κατέω, και ούλα είναι σωστά κι όπως πρέπει σιαγμένα.
Να ‘το ξανά εκείνο το κοριτσίστικο χαμόγελο. Σχεδόν περιπαιχτικό και καθησυχαστικό ταυτόχρονα.
-       Να τση πεις ότι τη σκεφτόμαστε.
-       Κατέει το αγάπη μου.
Κι αυτός ήταν ο τελευταίος της λόγος. Ξαναστηρίχτηκε με το λιανό χεράκι στον ώμο μου, σηκώθηκε με έναν ελαφρύ αναστεναγμό και απομακρύνθηκε με σίγουρο βάδισμα. Χωρίς να καμπουριάζει.
           


-->

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ο Γιώργης ο Ρωχάμης.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018 0



“Άνοιξε Γιωργάκη, κάτι φίλοι σου είμαστε” φώναξε γλυκά ο ασφαλίτης που χτύπησε την εξώπορτα της αυλής.
Ο Γιώργης, έκλεισε τον  παράνομο πομπό με τις λυχνίες “813” που εξέπεμπε στα βόρεια των Μεσαίων Κυμάτων, τον αποσύνδεσε από το τροφοδοτικό των 2.500 Volt και τον πήρε μαζί του στο άλμα τριών μέτρων που έκανε στο διπλανό χάλασμα. Τοιουτοτρόπως διέφυγε της σύλληψης περιμένοντας να περάσει το διάστημα του Αυτοφόρου.
Έτσι, η Αστυνομια που εισέβαλε λίγα λεπτά αργότερα  στο σπίτι, βρήκε μόνο κάτι γυμνά χάλκινα καλώδια που οι άκρες τους θα σκότωναν ακαριαία ένα άλογο, έναν τεράσιο μετασχηματιστή βουτηγμένο για μόνωση σε λάδι μηχανής κι έναν ενισχυτή με 2 λυχνίες “811”.
Άρα, στο δικαστήριο που έγινε μήνες αργότερα δε στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία για «παράνομη εκπομπή» και ο ανήλικος εγκληματίας αθωώθηκε πανηγυρικά.
Τι είχε συμβεί: ο Γιώργης, με κάτι σχέδια από το περιοδικό «Τεχνική Εκλογή», ένα φύλλο αλουμινίου, δυο τρία μέτρα μονόκλωνο καλώδιο διατομής 2 χιλιοστών, 5-6 λυχνίες,  2 μετασχηματιστές, μια φούχτα ηλεκτρολυτικούς πυκνωτές, κάτι κεραμικές αντιστάσεις και τις συμβουλές του Κωστή «του 813» και άλλων,  είχε φτιάξει έναν πομπό για να συνομιλεί με τους υπόλοιπους εραστές της ιονόσφαιρας ανά την Ελλάδα. Αυτό ήταν το έγκλημά του: ένας πομπός μεσαίων κυμάτων υψηλής ισχύος!
Σε μια προοδευμένη κοινωνία, αν ένα δεκαεξάρχονο παιδί μπορούσε να φτιάξει ένα πλήρες τηλεπικοινωνιακό σύστημα με ακτίνα εκπομπής εκατοντάδων χιλιομέτρων από το τίποτα, το χειρότερο που θα του συνέβαινε θα ήταν μια υποτροφία σε ένα εκπαιδευτικό-τεχνολογικό ίδρυμα προκειμένου να αξιοποιήσει το φανερό αυτό ταλέντο του προς το καλό της ίδιας της κοινωνίας. Αντ’ αυτού η ανάπηρη ελληνική μπανανία προτίμησε να του στείλει 2 περιπολικά για να τον συλλάβουν. Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και το μόνο που έμεινε ήταν ότι στην 1η Λυκείου του Πολυκλαδικού Ρεθύμνου τον φωνάζαμε κοροϊδευτικά "Ρωχάμη".
Σε πείσμα όμως της ανόητης και ανερμάτιστης αυτής κοινωνίας που επιχείρησε να τον μεταχειριστεί σαν κοινό εγκληματία, ο Γιώργης έκαμε το χόμπυ του επάγγελμα, και την αγάπη του για την Κατερίνα γάμο ο οποίος καρποφόρησε 2 υπέροχα κορίτσια.
Ο Γιώργης πήδηξε τον τοίχο των ανόητων βγάζοντάς τους κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Η κοινωνία είναι τυχερή που τέτοιοι θαραλέοι και έξυπνοι άνθρωποι γίνονται τίμια μέλη της. Άλλωστε πάντα πίστευα ότι ο έφηβος που σηκώνει στην πλάτη πενηντάκιλα  τσουβάλια ελαιόκαρπο για να τα ρίξει στο αποφυλλωτήριο του ελαιουργείου δε μπορεί να καταστεί ποτέ άτιμος.
Όσο για μένα νιώθω ακόμη πιο τυχερός που οι σπουδαιότεροι από τους παιδικούς μου ήρωες δεν είναι φανταστικά πρόσωπα αλλά συνομήλικοί μου.
-->

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Χασούν

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018 0


Θεσσαλονίκη 198..
Μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει ο Χασούν. Άκου μαχητής στη Μέση Ανατολή!
Βέβαια δεν έδειχνε για τέτοιος, μάλλον για μπακάλης έφερνε, απ’αυτούς που πουλάγανε στο λιμάνι της παλιάς Βυρητού κανέλλα, κάρρυ και κοκκινοπίπερο, χωμένοι σε κάτι μικρομάγαζα με ξεθωριασμένη τέντα στο δρόμο. Θα μου πείτε πως ήξερες με τι έμοιαζε ένας Λιβανέζος μπακάλης και η τέντα του μαγαζιού του. Σας απαντώ ότι επίσης ουδεμία ιδέα είχα για το πως έμοιαζε ένας ομοεθνής του πολεμιστής. Ας είναι.
Αυτό που σίγουρα ήξερα ήταν ότι δεν υπάρχουν αρχέτυπα κι ότι ένας άνθρωπος 50 με το ζόρι 55 κιλών θα μπορούσε να είναι πολεμιστής στο Λίβανο. Γιατί όχι;
Ο κολλητός μας ο Γιούσεφ που σαν καλός Μωαμεθανός ψέματα ποτέ δεν έλεγε, εκτός αν ήταν για πιοτό και χοιρινή τηγανιά, με είχε ενημερώσει ημιτελώς με όσα ήξερε:
Δυο χρόνια λέει πολεμούσε πολιορκημένος σ’ένα χωριό. Ρουκέτες, πύραυλοι, βόμβες, όλμοι, σφαίρες πέρασαν και του πήραν μερικούς φίλους του, την ακοή από το δεξί αυτί, και ένα μέρος τη γεύσης και την όσφρησης. Επίσης, οι δακρυϊκοί του αδένες είχαν αχρηστευθεί. Όπως έλεγε σκασμένος στα  γέλια ο κολλητός Γιούσεφ, “άμα θέλει να κλάψει για το γκόμενα, τρέχει φαρμακείο να πάρει κολλήριο για μάτια”. Κρανίου τόπος για ωτορινολαρυγγολόγο ήταν … το κεφάλι του.
Κανονικός στο ύψος, πολύ λεπτός και νευρώδης, με σγουρά κατάμαυρα μαλλιά, μεγάλη μύτη, φορούσε πάντα φαρδύ υφασμάτινο σκούρο μπλέ ή μαύρο παντελόνι στο οποίο είχε την αστεία συνήθεια όταν φορούσε πουλόβερ να το ζώνει σφίγγοντας από πάνω τη ζώνη. Κάπνιζε ασταμάτητα Winston αλλά σαν καλός μωαμεθανός δε έπινε αλκοόλ αλλά μόνο τσάι, δεν έτρωγε γουρούνι αλλά μόνο αρνί και κουνέλι. Οι κανόνες αυτοί είχαν παραβιαζονταν όταν δεν υπήρχε άλλη πρόχειρη εναλλακτική. Δηλαδή συνέχεια. Πάντως το κρασάκι που έστελνε η μάνα μου από την Κρήτη το έπινε μια χαρά αλλά δε θα μας χαλάσει μια τέτοια ποταπή λεπτομέρεια την εικόνα του καλού εκείνου φίλου μου.
Μόνο ένα πρόβλημα υπήρχε: Ήταν σφίγγα όταν τον ξεμονάχιαζα και τον  ρωτούσα να μου πει τι έζησε: “Πώς ήταν στον πόλεμο Χασούν, σκότωσες πολλούς Εβραίους;πότε μπήκες στον ένοπλο αγώνα;είχες βαθμό ή ήσουνα στρατιώτης;πώς τραυματίστηκες;έχεις καρφώσει κανέναν με την ξιφολόγχη;πονάς όταν τρως σφαίρα;φοβάσαι όταν πολεμάς;”
Δε μου απαντούσε αλλά τσαντιζόταν άσκημα. “Άφησε τις μαλακίες, δεν είναι καλά πράγματα αυτα να τα ρωτάς”.
“Μα δεν καταλαβαίνεις ρε Χασούν ότι έκανες κάτι σπουδαίο; Αγωνίστηκες για την πατρίδα, το σπίτι σου”.
“Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι είσαι μαλάκας”, έλεγε φουρκισμένος και έφευγε.
“Αρνιέσαι το ηρωϊκό σου παρελθόν” του φώναξα μια μέρα μισο-αστεία μισο-σοβαρά.
“Δεν υπάρχουν ήρωες στον πόλεμο” είχε απαντήσει στυφά.
Δεν το έβαζα κάτω. Τη μια τον καλόπιανα την άλλη τον εκβίαζα. Μια μέρα του λέω: «δεν έχει ρε μαλάκα κουνέλι, άμα πάρω δέμα από την Κρητη, θα το φάω με τους υπόλοιπους κι εσύ θα φάς τ’αρχίδια μου.»
«Δεν τρώω γουρούνι ρε μαλάκα, δεν το ξέρεις;» μου πέταξε ανάβοντας ακόμα ένα τσιγάρο.

Ήρθε όμως  η αποφράδα μέρα που χώρισα με κείνη συχωρεμένη (ο Θεός μπορεί να τη συγχώρεσε, εγώ ομως ΟΧΙ) και ήμουνα να με λυπάται η ψυχή σου. Δεν πήγα στην Εστία με τους άλλους για φαγητό, δεν κατέβηκα στην "παραλία" του Λευκού Πύργου για την απογευματινή βόλτα και, το πιο ανησυχητικό, δεν έκλεψα τις παντόφλες του Γιούσεφ ούτε έριξα γιαούρτι στα παπούτσια το Μωχάμεντ. Με άλλα λόγια ήμουν ετοιμοθάνατος.
Χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου και χαμογελώντας μου ανακοίνωσε όταν του άνοιξα: "Ήξερες ότι οι Φιλισταίοι ήταν από την Κρήτη;"
"Γαμώ την Κρήτη, γαμώ τους Φιλισταίους, γαμώ σε κι εσένα" απάντησα και πήγα να του κλείσω την πόρτα στα μούτρα. Έβαλε αντισκάρι το πόδι και δε μ'άφησε.
"Γαμώ τη φιλοξενία σου. Δε θα με κεράσεις ένα τσάι;" είπε ήσυχα.
"Οκ, αλλά να κάνεις το μουγκό. Δε θέλω κουβέντες".
"Θα φτιάξω εγώ το τσάι" με πληροφόρησε. Μπήκε στην κουζίνα και επέστρεψε με δυο ποτήρια κονιάκ Metaxa. Τριάρι.
"Δεν είχε τίποτ'άλλο κει μέσα" απολογήθηκε.
"Ο Μωάμεθ λέει να μην το πίνεις αυτό" επεσήμανα ειρωνικά.
"Ο Προφήτης δεν ήταν ποτέ καψούρης" απάντησε σοβαρά.
 "Εσύ είσαι καψούρης";
"Όχι αλλά είναι ο φίλος μου".
"Κι αυτό τι σχέση έχει μ'εσένα";
"Συμπάσχω".
"Μπα; Δεν έχεις δικιά σου καψούρα;"
"Δεν μπορω".
"Είπαμε ότι θα κάνεις το μουγκό".
"Τότε μην κάνεις ερωτήσεις".
"Αν κάνω θα απαντήσεις";
"Λέγε".
"Τι έγινε σ'εκείνη τη μάχη. Που τραυματίστηκες".
"Αυτό που έγινε: τραυματίστηκα".
"Οι Εβραίοι";
"Όχι".
"Οι Αμερκάνοι";
"Όχι".
"Τι όχι ρε μαλάκα";
"Εμφύλιος. Μας πολιορκούσαν οι δικοί μας".
"Σε πυροβολούσαν οι συμπατριώτες σου; Αυτοί σε τραυμάτισαν;"
"Το χειρότερο ήτανε ότι τους πυροβολούσα κι εγώ. Αυτό είναι που δε γιατρεύεται"
 Τότε κατάλαβα γιατί ο Χασούν δε μιλούσε για κείνη τη γαμημένη μάχη.
"Δηλαδή πολεμούσες με ομοεθνείς σου ε";
"Σκότωσα τουλάχιστον τέσσερις συμμαθητές μου απ'το σχολείο".
"Πως ζεις μετά από αυτό ρε Χασούν";
"Δε ζω, ρε Κώστα. Δε ζω πια. Άσε τώρα αυτά, πες μου τι έγινε με την Κατερίνα".
Διαλύθηκα. Μπορούσα να δω τα κομμάτια μου να αιωρούνται σαν ένας αβαρής, δύσοσμος κιμάς. Ξέχασα τα δικά μου. Τον κοίταξα ντροπιασμένος.
"Τι να σου πω κι εγώ απ' τη ζωή μου ρε Χασούν; Πάμε να βρουμε τους άλλους, ξέρω ένα μαγαζί στα Λαδάδικα με τσίπουρο που θα μας γιατρέψει όλους".

-->

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Το κυριακάτικο Βατερλώ της Nora Bone

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018 0
-->



Δεκαετία του 60. Κάπου στο Μπέρμπινχαμ.
Τα παιδιά είναι σκληρά και αδυσώπητα. Μόνο τα παιδιά δίνουν στα πρόσωπα και στα πράγματα το αληθινό τους όνομα.
Την έλεγαν Ολίβια, αλλά η έφηβη κόρη της η Σάμυ και οι κολλητές της η Ρούθ και η Τζέην, την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά Nora Bone. Νόρα-κόκαλο. Αυτό που δεν έχω ξεκαθαρίσει είναι αν τη φώναζαν έτσι επειδή  ήταν μόνιμα κόκαλο από το ποτό ή επειδή της άρεσαν τα αντρικά, σκληρά «κόκαλα». Ή και τα δυο;
Η Νόρα διέθετε  μια τεράστια συλλογή. Από μπουκάλια και άντρες.
Ο σύζυγός της είχε πεθάνει πρόωρα αρχές της δεκαετίας του 60 όταν η Σάμυ ήταν μωρό ακόμα, από σκλήρυνση κατά πλάκας. Δε μπορούσε να κάνει πολλά μια χήρα γυναίκα μ’ ένα μωρό παιδί σε ένα χωριό στο Μπέρμπινχαμ, κι εκείνη διάλεξε χωρίς δισταγμό το χειρότερο: έπινε ασταμάτητα. Επίσης πήγαινε με τύπους που έπιναν ασταμάτητα.  Έναν από αυτούς τον βρήκε νεκρό ένα πρωΐ στο κρεβάτι της, σκασμένο από το πιόμα της προηγούμενης μέρας.
Ήταν δασκάλα, αλλά φαίνεται ότι στη δουλειά της έκρυβε πολύ καλά το «κουσούρι» της. Οι εξαρτημένοι έχουν βλέπετε τα δικά τους κόλπα. Ίσως πάλι κανένας να μην νοιάστηκε ποτέ, ποιός ξέρει;
Η Σάμυ μεγάλωνε μέσα στην αλκοολική παράνοια της μάνας της, τα άπλυτα πιάτα, τα βρώμικα σεντόνια, τα σκουπίδια και τ’αποτσίγαρα στο πάτωμα και τους εραστές της Nora Bone που μπαινόβγαιναν παραπατώντας νυχθημερόν στο σπίτι.  Μόνη ξύπναγε, μόνη έφτιαχνε πρωϊνό, μόνη ντυνόταν,  μόνη πήγαινε σχολείο όπου όμως εκεί όλα τα υπόλοιπα τα έκανε με τις κολλητές της: κοπάνες, τσιγάρα στη ζούλα και παρέες με νεαρούς άγνωστων λοιπών στοιχείων. Ήξεραν όμως να φυλάγονται από κακοτοπιές (τουλάχιστον όσες κακοτοπιές δε γούσταραν). Χωρίς πατέρα και οι τρεις, κατά κάποιον τροπο είχαν γίνει η μια πατέρας της άλλης. Μόνο που για την Σάμυ οι φίλες της ήταν και μαμάδες της.
Εκείνο το κυριακάτικο πρωϊνό συνέβη το ανέλπιστο: η Ολίβια-Nora Bone ξύπνησε νωρίς, σκούπισε και σφουγγάρισε το βρώμικο πάτωμα, καθάρισε το τραπέζι του καθιστικού, μάζεψε τα σκουπίδια και άρχισε να γεμίζει τον κάδο του πλυντηρίου στην κουζίνα με τα τσαλακωμένα, λερά σεντόνια που είχαν να πλυθούν ποιός ξέρει από πότε!
Τα κορίτσια που είχαν κοιμηθεί αποβραδίς και τα τρια εκεί, ξύπνησαν έκπληκτα από το σούσουρο της λάτρας, την ευχάριστη μυρωδιά ενός πρωϊνού με αυγά και μπέηκον και το πρωτόγνωρο για κείνο το σπίτι άρωμα των απορρυπαντικών. Ακόμα πιο ευχάριστη βέβαια ήταν η όψη μιας αγνώριστης, νηφάλιας Ολίβιας η οποία χαμογελώντας τις πληροφόρησε ότι τους ετοίμαζε για το κυριακάτικο τραπέζι ένα αρνίσιο μπούτι στο φούρνο. «Ηooray, roast lamb !!!»
Με σβελτάδα η Nora Bone έβαλε το ταψί με το γεμάτο αρωματικά βότανα μπούτι στο φούρνο γκαζιού. Σύντομα στην πανδαισία των σπιτικών αρωμάτων  προστέθηκε και εκείνο του ορεκτικού ψητού.
Έριξε το απορρυπαντικό στον κάδο του πλυντηρίου κι έκλεισε το καπάκι. Εκείνη την εποχή είχαν κάτι πρωτόγονα στρογγυλά πλυντήρια που άνοιγαν από πάνω και είχαν ένα λάστιχο για τα απόνερα που η
Nora Βone με προσοχή το στερέωσε στο νεροχύτη. Άναψε τσιγάρο και το απόλαυσε με τον καφέ και το καθαρό της μυαλό, ακούγοντας τις χαρούμενες φωνές των κοριτσιών που χαζολογούσαν μασουλώντας και τον υπόκωφο θόρυβο του κάδου που γύριζε ξεπλένοντας  τα σεντόνια από τις βρωμιές και τις ιδρωμενες αμαρτίες πολλών μηνών.
Ακούστηκε το γκλιν-γκλιν του ρολογιού του φούρνου και η Nora σηκώθηκε σαν ελατήριο για να το γυρίσει να ροδίσει από την άλλη. Έπιασε το καυτό σκεύος με κάτι πάνινα γάντια και το ακούμπησε στο νεροχύτη. Άνοιξε ένα συρτάρι και βάλθηκε να ψάχνει τη μεγάλη πηρούνα για να το πιάσει... και τότε έγινε το κακό:
Το πλυντήριο, το γαμημένο το κωλο-πλυντήριο αποφάσισε ότι ήταν ώρα να ξεράσει τα απόνερα! Ο σωλήνας στο νεροχύτη άρχισε να λούζει το αρνίσιο μπούτι με ενα δύσοσμο κιτρινόμαυρο ζουμί.  Μέχρι η Nora να ξαναβάλει τα πάνινα γάντια το μπούτι επέπλεε σαν κουράδα μέσα σε μια λίμνη που έζεχνε.
Τα κορίτσια είχαν μήνει εμβρόντητα. Η Nora δεν έχασε όμως την ψυχραμία της. Τράβηξε το πλυντήριο από την πρίζα, βρήκε επιτέλους εκείνη τη γαμημένη την πηρούνα και καρφώνοντας την στο κρέας, το σήκωσε και αρχισε να το ξεπλένει με νερό από τη βρύση. Με το άλλο χέρι άδειασε το βρώμικο ζουμί από το ταψί, και το ξέπλυνε κι αυτό. Τέλος, ξανατοποθέτησε το μπούτι με την άψητη πλευρά από πάνω και το έβαλε πάλι στο φούρνο.
Έκατσε εξουθενωμένη στην καρέκλα της, άναψε άλλο ένα τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά απ' τον καφέ της. «Σε μια ωρίτσα θα είναι έτοιμο girls» ανακοίνωσε χαμογελώντας αγγελικά στην κόρη της και στις φίλες της.

Η Nora Bone αγαπούσε τη ζωή – με το δικό της τρόπο. Την έζησε πίνοντας, και κάνοντας έρωτα μέχρι κάποια ηλικία και κατόπιν πίνοντας και κάνοντας παλαβομάρες μέχρι τα 90 της. Η Σάμυ την έστειλε τρεις φορές για αποτοξίνωση. Και τις τρεις φορές επέστρεψε μεθυσμένη.

Πριν λίγα χρόνια όταν την έθαψε , η Σάμυ ανάσανε με ανακούφιση. Επιτέλους η οικογένεια της ήταν ευτυχισμένη.

Βάζω τη Ρουθ να μου διηγείται ξανά και ξανά  την ιστορία της Nora Bone. Γελάμε μέχρι δακρύων κάθε φορά. Είναι μια κωμική ιστορία ματαίωσης.Οι αληθινές πρωταγωνίστριες της είναι οι τρεις κολλητές φίλες.  Στη Nora Bone έτυχε ο ρόλος του αστείου κομπάρσου.

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates