Τρίτη, 21 Μαΐου 2019

Club 27

Τρίτη, 21 Μαΐου 2019 0
Ήρθα πάλι, μου λέει ο διάβολος. Αυτή τη φορά δε γλιτώνεις. Σε παίρνω, δε σ'αφήνω. Ούτε τραγούδι θα μου βάλεις ν'ακούσω, ούτε τσικουδιά να πιω. Ετοιμάσου, συγυρίσου, φεύγουμε.
Τώρα άκουγα ένα γνωστό σου αντέτεινα με ψεύτικη ψυχραιμία, (είχα χεστεί απάνω μου).
Σοβαρά; αντιγύρισε ειρωνικά. Ποιόν; Έχω πολλούς γνωστούς.
Robert Johnson τον έλεγαν, κι ακούγεται πως εσύ του 'μαθες να παίζει κιθάρα.
Έχασε το κέφι του ξαφνικά. Πφφφ, εγώ; τίποτα δεν του έμαθα. Καθισμένος μια βραδιά σε έναν τάφο έπαιζε με έναν άλλον τόσο συγκινητικά που στάθηκα δίπλα τους και άκουγα. Στο τέλος τον παρακάλεσα να μου δείξει δυο-τρια πατήματα.
Και σου 'δειξε; Ρώτησα.
Όχι, απάντησε. Μου είπε ότι αυτά δεν είναι για μένα, τράβηξε με τα ακροδάχτυλα μια παράξενη συγχορδία και έφυγε.
Κι εσύ τι έκανες;
Τίποτα. Εξαφανίστηκα και τον ξαναβρήκα μετά από 9 χρόνια.
Και τον πήρε ο διάολος που λένε είπα γελώντας.
Ακριβώς αυτό, γέλασε κι εκείνος.
Και τώρα τι κάνουμε;
Δεν τα 'παμε; Φεύγεις. Τέρμα τα κόλπα.
Μια ερώτηση μόνο.
Λέγε.
Γιατί τον πήρες στα 27 μαζί με όλους τους άλλους - μην τα λέμε τώρα, ξέρεις ποους λέω.
Πιστεύεις ότι τους πήρα επειδή ήταν ταλαντούχοι, χαρισματικοί και δεν ξέρω τι άλλη μαλακία λένε;
Εσύ θα μου πεις.
Ο διάολος στάθηκε μπροστά μου, χαμήλωσε το πρόσωπό του στο δικό μου, η ανάσα του μύριζε λεβάντα.
Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να φύγουν εκείνη την ώρα, ακριβώς πριν την πραγματική έκρηξη του χαρίσματος που είχαν την ατυχία να διαθέτουν.
Γιατί;
Τι γιατί; Θυμάσαι το μύθο του Προμηθέα;
Ναι;
Να τον μελετήσεις.Ξανά. Δεν ήταν μύθος.
Άμα με πάρεις πως θα τον μελετήσω;
Δε θα σε πάρω.
Γιατί;
Τι γιατί βρε ηλίθιε; Γιατί μ'αρέσει που ρώτησες!
Γιατί;
Γιατί ο Θεός μισεί τις ερωτήσεις.

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Η κουζίνα της γιαγιάς και η Σοφία Βέμπο

Σάββατο, 18 Μαΐου 2019 0


Η ετοιμόροπη πόρτα της κουζίνας έτριξε αμήχανη. Δρασκέλισα μέσα στο έρημο δωμάτιο με το ασβεστωμένο τζάκι και τον πέτρινο νεροχύτη.
Το ξύλινο νοτυλάπι, γεμάτο κάποτε με κουζινικά, μπαχάρια και φρσκοπλυμένες πετσέτες με κοίταζε ξεχαρβαλωμένο, απέναντι το τραπέζι που έστεκε κουτσό κι ο καναπές απλωνόταν ξεθεωμένος, σα να στέναζε από το ανύποπτο βάρος των σκωροφαγωμένων μαξιλαριών του.
Μόνο εκείνο το τρυφερό συναίσθημα ήρθε και μ’αγκάλιασε  ύπουλα ίδιο κι απαράλλαχτο. Γιατί είναι μεγάλη αδικία και κρίμα να φεύγουν οι άνθρωποι μας και να μην παίρνουν μαζί τους όσα νιώθουμε γι’αυτούς.
Εδώ ήταν ο βασίλειο της γιαγιάς Μαριάννας, που από νωρίς το μεσημέρι μαγείρευε τα κοκκινιστά της ακούγοντας ραδιόφωνο. Στρουμπουλή, ορθόκορμη και περδικόστηθη με μακριά ολόμαυρα μαλλιά, πλεγμένα σε κοτσίδα που τη γύριζε γύρω απ’τ κεφάλι και την έπιανε με φουρκέτες.
“Παναγία μου μπρόφταξε το παιδί μου”, έλεγε και μου έδινε κάτι δυνατά φιλιά από τα οποία δραπέτευα για να επιτεθώ στις παγωμένες λεμονάδες του ψυγείου.
“Έφαες”; “Όχι γιαγιά, είχαμενε φακές σήμερο, κι είπα τση μάνας μου ότι δε θέλω και μου πε ότι α δε θέλω να μη τζη φάω”.
“Κάτσε κοπέλλι μου μα έχω κοκκινιστό κοτόπουλο και δα π’ανάβει το τζάκι θα καθαρίσω κι ένα ψιχάλι πατάτες. Μα ν’αφρουκράζεσαι τση μάνα σου, και να τρως και τση φακές απού ‘χουνε σίδερο.”
“Κι ήντα ‘μαι να τρώω σίδερο γιαγιά,εργοστάσιο;”
“Όφου - όφου ήτνα θ'απογίνω με τση εξυπνάδες σου μπρε βλακόμετρο";
Ανακάτωνε το τσουκάλι, έβαζε το καπνισμενο τηγάνι στην παρασιά, καθάριζε σβέλτα πατάτες, τις έκοβε χοντρές, "κυδωνάτες" και τις έριχνε μια - μια ταχτοποιώντας τη μια δίπλα στην άλλη μ'ένα πηρούνι μέσα στο λάδι που τσιτσίριζε.
Ρούφαγα μακάρια με το καλαμάκι τη λεμονάδα (παρά  τις διαμαρτυρίες της ότι θα μου έκοβε την όρεξη) και κοίταζα τρισευτυχισμένος τη φωτιά του τζακιού που έγλειφε το κατάμαυρο σκεύος.
Ύστερα έπιανα το "Ρομάντζο", διάβαζα το παραμύθι της προ-τελευταίας σελίδας, ύστερα τον Αρχέλαο με τους "Βαρελοφρόνους" του και το πέταγα πάνω στον καναπέ εκνευρισμένος. Από τότε που είχα μάθει να διαβάζω η γαγιά είχε σταματήσει να μου λέει παραμύθια και μου πάσαρε τα περιοδικά που της έστελνε η θειά μου (η κόρη της) από τα Χανιά. Μου είχε πάρει και κάτι συλλογές παραμυθιών των εκδόσεων "Άγκυρα" που τις μισούσα το ίδιο με τα "Ρομάντσα" αλλά τις αγαπούσα κιόλας γιατί είχαν ωραίες ιστορίες!
Η γιαγιά δούλευε με τα πηρουνοκούταλα της το φαγητό ή έπλενε στο νεροχύτη ό,τι δε χρειαζόταν πια, χωρίς να μιλά άλλο.
Μόνο όταν στο ραδιάκι που βρισκόταν μόνιμα ανοιχτό πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας ακούγονταν η Σοφία Βέμπο, το σκηνικό άλλαζε, η γιαγιά τίναζε καμμιά σαρανταριά χρόνια και άλλα τόσα κιλά από πάνω της, όρθωνε ένα άλο κορμί από αυτό που γνώριζα και
τραγουδούσε:
 
"Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα..."

Μετά τη Βέμπο έπεφταν κάτι διαφημίσεις και η Σταχτοπούτα γιαγιά  μου γινόταν ξανά Λωξάντρα και έτρεχε να γυρίσει τις πατ΄τες από την ΄λλη να μην καούν.
Έκατσα προσεκτικά στον ετοιμοθάνατο καναπέ, και σκέφτηκα ότι λίγοι έχουν απολαύσει μια βασίλισσα να γίνεται  πριγκιποπούλα, διότι κανονικά συμβαίνει το αντίθετο.
Α ρε γιαγιά,  με το αιώνιο πλεχτό τραπεζμάντηλο που δεν έλεγε να τελειώσει, που σου άρεσαν τα σήριαλ και οι ασπρόμαυρες ταινίες...
Μα πιο πολύ της άρεσε το φαΐ και ιδιαίτερα το κοκκινιστό κρέας, εκείνο το καταραμένο κοκκινιστό που κατά τα λεγόμενα της αδερφής μου την έστειλε με εγκεφαλικό στο νοσοκομείο και την χάσαμε. Το 'κανε και βαρύ η ευλογημένη.
Θυμάμαι στην κηδεία της κάτω από τα λόγια του παππά που την ξεπροβόδιζαν, μου φαινόταν ότι άκουγα τη Σοφία Βέμπο να την υποδέχεται.
Δεν έκλαψα καθόλου τότε. Χρόνια αργότερα,  στην παραλία της Θεσσαλονίκης, αγκαλιασμένος με μια κοπέλλα σ'ένα παγκάκι του Λευκού Πύργου είδα ένα γέρο φωτογράφο με μια ρετρό φωτογραφική μηχανή - απ'αυτές με το μαύρο κάλυμμα και το τρίποδο. "Ας βγάλουμε λέω μια αναμνηστική". Στηθήκαμε, ο φωτογράφος χώθηκε μέσα στο μαύρο του τσουβάλι, έπιασε το απάκι του φακού, το έβγαλε, το ξανάβαλε και και μετά κάτι θρυματίστηκε μέσα μου. Πήγαμε στο φοιτητικό μου σπίτι και μετά από τα σχετικά, ξαπλωμένοι στο μονό μου κρεβάτι άρχισα έτσι όπως ήμου γυμνός να κλάιω με αναφιλητά.
"Γιατί κλαίς"΄με ρώτησε εκείνη.
"Πέθανε η γιαγιά μου".
"Αλήθεια; Πότε";
"Πρίν 3 χρόνια".
"Και το θυμήθηκες τώρα"; έκανε έκπληκτη.
"Όχι, επιτέλους εκείνη με θυμήθηκε".
Α ρε γιαγιά. Σκέφτηκα πάλι. "Α ρε γιαγιά", ξαναείπα φωναχτά και σηκώθηκα να φύγω. Ξαφνικά ακούστηκε ένα χράτσα - χρούτσα από βινύλιο και μετά ένα βιολί. Ύστερα η φωνή της Σοφίας Βέμπο:
"Πολλές αγάπες γνώρισα, αγάπησα και χώρισα μα όπου κι αν γυρνούσα, εσένα ζητούσα."
Κοίταξα εμβρόντητος πάνω στο ντουλάπι της κουζίνας το σκονισμένο ραδιάκι. Να δεις σύμπτωση όχι μόνο άρχισε να παίζει αλλά και τι παίζει!


Στα όνειρα τα χίλια μου, σε γύρευαν τα χείλια μου σε γύρευε η ψυχή μου και πόθοι κρυφοί μου.

Πλησίασα για να το κλείσω και κοκκάλωσα βλέποντας το καλώδιο να κρέμεται στον αέρα και την πρίζα να κοιτάει το πάτωμα.

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό,

Μπαταρίες; Μετά από τόσα χρόνια; Μπααααα. Πιανω τη συσκευή, ανοίγω το καπάκι της θήκης των μπαταριών... άδειο!

μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δεν θα μπορώ

Να δεις που κανένα κωλόπαιδο μου κάνει πλάκα, αλλά πάλι... που διάολο ξέρουν γαι τη Βέμπο;δεν το είπα ποτέ σε κανέναν. Έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο. Κανείς. Στο παραδίπλα. Ούτε.

Γείρε κοντά μου, αγάπη γλυκιά μου, θέλω ακόμα ξανά να σου πω

Δε θα ξαναπιώ τσικουδιές στον πλάτανο, καλά μου το λέει η μάνα μου, το παρακάνω.
Λες να 'ναι κανένας πλανόδιος με ντουντούκα; Μεσημεριάτικα;
Πετάχτηκα έξω, τσουροβόλησα στην πέτρινη σκάλα, πέρασα σίφουνας την εξώπορτα, άδειος ο δρόμος. Μπα, με χτύπησε η τσικουδιά κι ο ήλιος κατακούτελα.
Ξαναμπήκα διστακτικά στο σπίτι της γιαγιάς. Ξανανέβηκα ήσυχα τη σκάλα, έσπρωξα την πόρτα και να'μαι πάι στο κουζινάκι. Απόλυτη ησυχία.
Και πάνω στο τραπέζι (Παναγία μου μπρόφταξε που θα 'λεγε και του λόγου της) ... μια λεμονάδα. Παγωμένη. Δε μπορούσα ν'αντισταθώ. Λένε ότι όταν σου δίνει η ζωή λεμόνια κάνεις λεμονάδα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είχα μπροστά μου έτοιμο το προϊόν, και διψούσα κιόλας. Πήρα ένα στραβωμενο πηρούνι, άνοιξα το μπουκάλι και σκέφτηκα πίνοντας την πρώτη γουλιά: "Σουρεαλισμός"!
Κατέβηκα τη σκάλα παίζοντας στο χέρι μου το καπάκι του μπουκαλιού. Δε γαμιέται, αργά ή γρήγορα θα βρω τον ένοχο. Αλλά μάλλον ήταν η φαντασία μου το ραδιόφωνο. Και η λεμονάδα; Η λεμονάδα ήταν από τις ρακές. Θα σπάσει το μυαλό μου αν συνεχίσω να το σκέφτομαι.
Βγαίνοντας στο δρόμο βλέπω από απέναντι την κυρά-Πηνελόπη παλιά φίλη της γιαγιάς να στέκεται στην πόρτα της.
"Κωστάκη" έκανε σχεδόν αυστηρά "μη βάζεις παιδί μου τη μουσική στόσο δυνατά μεσημεριάτικα γιατί κοιμάται ο κόσμος".
Έβαλα το καπάκι της λεμονάδας στην τσέπη και πήρα το λιγνό χεράκι και το φίλησ αμε μια αστεία υπόκλιση.
"Εντάξει θεια Πηνελόπη, δεν το ξανακάνω".
"Θέλεις μια καραμέλα;"
"Αμέ"΄
Χώθηκε μέσα και λίγο αργότερα επέστρεψε με ένα κρυστάλινο πιατάκι με καραμέλες, εκείνες με το χαρτάκι σαν φιόγκο. Πήρα μια μέντα και την έχωσα κι αυτήν στην τσέπη.
"Αντίο θειά".
"Γεια σου αγάπη μου".
Βρε την κυρά - Πηνελόπη. καλή γειτόνισσα και φίλη της γιαγιάς. Μικρασιάτισσα, ήρθε μικρό κοριτσάκι με την ανταλλαγή πληθυσμών. Πόσων χρονών να 'ναι, καλά κρατιέται. Προσπαθούσα να υπολογίσω τα χρόνια από 1922 αλλά παράτησα την προσπάθεια γιατί είχε γίνει το κεφάλι μου αλβανικό μέτωπο.
Φτάνω σπίτι. Η μαμά με υποδέχεσαι με την αγαπημένη της επωδό: "Να σου βάλω να φας";
Αντί απάντησης τη ρωτάω: "Μαμά πόσων χρονων να'ναι άραγε η κυρία Πηνελόπη";
Της μάνας μου της έπεσε η κουτάλα από τα χέρια:
"Ποιά Πηνελόπη παιδί μου; Αυτή είναι κιας τριάντα χρόνια ποθαμένη"!

Έβγαλα από την τσέπη το καπάκι της λεμονάδας και την καραμέλα και τα κοίταζα σα χαζός.









 

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019

P/S – FDD Cecilia*

Σάββατο, 11 Μαΐου 2019 0

Ήταν ένα θαυμάσιο αλλά παράξενο πλοίο εκείνο το παλιόσκαρο.
Δεν είχε έναν αλλά δυο καπεταναίους και μάλιστα κουρσάρους!
Ο ένας φωνακλάς με μουστάκι και κοτσίδα κι ο άλλος λιγομίλητος και αεικίνητος, με πυκνά,σγουρά μούσια.
Παράξενοι κι οι επιβάτες. Κάθονταν στην κουπαστή με ακουμπισμένους τους αγκώνες πάνω στο γυαλιστερό,σκούρο ξύλο, το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στους ώμους και τα μάτια τους κοιτούσαν θολωμένα μια χρυσή θάλασσα από οινόπνευμα και γυάλινους υφάλους. Όσο περνούσε η ώρα, τα κύματα χυνόταν μέσα τους και τους ζάλιζαν. Οι ταξιδιώτες υπνωτίζονταν, τα πρόσωπα τους θάμπωναν και στρέφονταν για ν’ ανταλλάξουν αλμυρές κουβέντες και υγρά φιλιά.
Το δρομολόγιο ξεκινούσε κάθε αργά, μεσάνυχτα κοντά και κρατούσε ίσαμε το ξημέρωμα και βάλε. Κανείς ποτέ δεν είχε ιδέα για που τράβαγαν, ούτε κι οι καπεταναίοι. Μα το πλοίο γνώριζε καλά που πήγαινε και κάθε φορά η αποβίβαση στο ημίφως του πρωϊνού, ήταν γεμάτη ευτυχείς, λυπημένους και πότες.
Μερικοί δε γύρισαν ποτέ από κείνα τα ταξίδια. Ακόμη κι ο ένας από τους καπεταναίους μια βραδιά βουτηξε από μια κουπαστή και τον χάσανε για πάντα. Δε μάθανε ποτέ γιατί. Μάλλον τον κούρασαν τα πολλά μπάρκα.
Στο τέλος και το πλοίο φούνταρε. Κανείς δεν πνίγηκε από κείνο ναυάγιο, μα κανείς δε γλίτωσε κιόλας.
Κανείς δεν πέθανε ποτέ ωραίε μου εαυτέ.

Με αγάπη σε όλους τους συνταξιδιώτες.
Μα πιο πολύ στο Νίκο, τον Αλέκο, στην Αλεξάνδρα, στον Παντελή, στον Ηλία, στο «Ταλέντο», στον «Παπίου» και στον «Χριστόδουλο».


* (Επιβατηγό - Πλωτή δεξαμενή)

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Ονειρορφάνια

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018 0
The Child Dreams 6, 2011, mixed media (oil and acrylic on canvas),

Καθώς μεγαλώνουμε
εγκαταλείπουμε ένα-ένα τα
παιδικά μας όνειρα.
Κι εκείνα, καθώς απομακρυνόμαστε
βιαστικοί και πολυάσχολοι,
στέκουν και κοιτούν με λύπη
τα παιδιά που ανάθρεψαν
και που τώρα θα μείνουν ορφανά. 


(Photo: "Child Dreams" του Gottfried Helnwein)

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Ένας Σαξοφωνίστας Από την Κούβα

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018 0



Τον γνώρισα στην Αβάνα. Όχι της Κούβας αλλά του Ψυχικού. Γεννήθηκε στην Αβάνα. Όχι του Ψυχικού αλλά της Κούβας. Τον λένε Ανάρντο. Μαύρος, ωραίος, ευθυτενής, λεπτός και μυώδης σαν κάτι ανδριάντες που βλέπεις σε μουσεία. Κρατούσε μια θήκη σαξοφώνου.
“Τι μουσική παίζεις”; ρώτησα.
“Paco de Lucia κυρίως» αποκρίθηκε.
«Paco de Lucia στο σαξόφωνο»; Γέλασα, «πώς κι έτσι»;
«Ξεκίνησα να παίζω κιθάρα μικρός, έτσι έγινε. Μας έστελναν τότε από τη Ρωσία, ανάμεσα στα άλλα είδη και κάτι χοντροκομένες κιθάρες, με χορδές ατσάλινες, σκληρές που μας έτρωγαν τα δάκτυλα. Ο πατέρας μου έφερε μια, αλλά εγώ τότε σπούδαζα στο Πανεπιστήμιο κάτι άλλο και δεν ήξερα μουσική. Πήγα σε έναν καθηγητή μου που είχα ακούσει ότι έπαιζε ερασιτεχνικά σε ορχήστρα σε “social-club” και του ζήτησα να μου μάθει. Μου είπε ότι έπρεπε να κάνουμε μαθήματα κάθε εβδομάδα. Εγώ απάντησα ότι δεν είχα χρόνο γιατί διάβαζα για το Πανεπιστήμιο. Έτσι μου έδειξε 5 συγχορδίες. Μαγεύτηκα. Όταν δεν είχα άλλη δουλειά κλεινόμουνα σπίτι και έπαιζα ξανά και ξανά τις συγχορδίες. Ντο  ρε, φα, σολ, σι ματζόρε. Ύστερα έκανα παραλλαγές, τις ταίριαζα με μελωδίες που άκουγα στο δρόμο ή στο ραδιόφωνο και αυτοσχεδίαζα. Πέρασαν δυο χρόνια. Μετά βαρέθηκα, ήθελα κι άλλο. Ξαναπήγα στο «δάσκαλο». Δείξε μου κι άλλα του ζήτησα. Απάντησε, σου έδειξα 5 συγχορδίες κι εξαφανίστηκες για 2 χρόνια, τώρα πόσο θα λείψεις; Όσο χρειαστεί, του είπα και του έδωσα την κιθάρα. Δυο ώρες αργότερα έφευγα από το σπίτι του πετώντας.  Παράτησα το Πανεπιστήμιο, δούλευα όπου εύρισκα και σχολώντας επέστρεφα στην κιθάρα μου. Τώρα πια έπαιζα σχεδόν τα πάντα. Μια μέρα στο ραδιόφωνο άκουσα Paco de Lucia. Αυτό ήταν. Κόλλησα!
Ένα βράδυ περνώντας από έναν δρόμο είδα έναν τύπο να παίζει σαξόφωνο.. Σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Στάθηκα μπροστά του κι άρχισα να κλαίω. Λϊγες μέρες αργότερα κατάφερα να δώσω την κιθάρα και κάτι λεφτά που είχα και απόκτησα το πρώτο μου σαξόφωνο. Άλτο.  Καταχτυπημένο και θαμπό στο χρώμα και στον ήχο. Το αγάπησα σαν γυναίκα. Πιο μετά την έκανα από την Κούβα με ένα παλιοκάραβο. Κοντέψαμε να πνιγούμε, αλλά τελικά φτάσαμε στην Αμερική”.
“Γιατί έφυγες από την πατρίδα”;
“Δε θυμάμαι” απάντησε υπεκφεύγοντας όχι και τόσο διπλωματικά.
Δεν επέμεινα για να τον αφήσω να συνεχίσει:
“Μετά την Αμερική πέρασα στην Ευρώπη με μόνη μου περιουσία το σαξόφωνο. Από τότε ζω παίζοντας από δω κι από κει σε διάφορες χώρες. Είμαι καλός κι έτσι η δουλειά δε μου λείπει. Ευτυχώς υπάρχει το ιντερνετ κι έχω κάνει γνωριμίες. Έπαιζα Βαρκελώνη σε μαγαζί πέρσι, τώρα είμαι ΑΘήνα, τον άλλο μήνα πάω Δουβλίνο”.
“Ελπίζω να ξανάρθεις Αθήνα για να έρθω να σε ακούσω”.
“Κι εγώ το ελπίζω”.
“Να έρθω να σε ακούσω”;
“Όχι, να ξανάρθω στην Αθήνα”.

Υ.Γ. Ο Ανάρντο όταν μιλά για μουσική αλλάζει έκφραση. Ενώ νομίζεις ότι σε κοιτάζει στα μάτια, αν προσέξεις καλύτερα, θα καταλάβεις ότι το βλέμα του σε διαπερνά αδιάφορα σα να είσαι διάφανος και εστιάζει σε κάτι μακρινό που μόνο εκείνος βλέπει. Ένας αληθινός καλλιτέχνης.


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Αρχαία ελληνική γλώσσα: Μύθοι και μυθοποίηση.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018 0
Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ

Λίγα λόγια πρώτα για τους όρους «μύθοι» και «μυθοποίηση», οι οποίοι επιβάλλονται διά του τίτλου εδώ στην αρχαία ελληνική γλώσσα. Εξαρχής θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας μυθολογία θα μπορούσε, σχηματικά πάντοτε, να μοιραστεί σε τέσσερις εποχές: αρχαιότητα, βυζάντιο, τουρκοκρατία, νέος ελληνισμός. Για ευνόητους λόγους θα επιμείνω στην πρώτη εποχή.

Στον ευρύτερο χώρο της αρχαιογνωσίας, ειδικότερα στην περιοχή της ιστορίας των ιδεών, η λέξη «μύθος» χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται λίγο πολύ ως συμπληρωματικός και μάλλον αντίθετος όρος των λέξεων «λόγος» και «σκέψη». Η προηγούμενη διάκριση υπονοεί δύο διακεκριμένα (όχι κατ' ανάγκην και διαδοχικά) συστήματα έκφρασης και επικοινωνίας στον αρχαιοελληνικό κόσμο ­ πρώιμο, ακμαίο, όψιμο: παραδοσιακό και συλλογικό το ένα, εξατομικευμένο και κατά κάποιον τρόπο νεοτερικό το άλλο· αλληγορικό το πρώτο, κυριολεκτικό το δεύτερο· φαντασιακό το προηγούμενο, εξορθολογισμένο το επόμενο. Προφανώς οι τρεις προτεινόμενες διακρίσεις παραείναι απλουστευτικές και βεβαίως δεν αποκλείουν την επιμειξία τους.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, προκειμένου για την αρχαία ελληνική γλώσσα αναγνωρίζονται από πολύ νωρίς μυθολογικού τύπου ερμηνείες της, οι οποίες εντούτοις απαντούν σε ριζικές περί γλώσσας απορίες, μερικές μάλιστα από τις οποίες παραμένουν ακόμη και σήμερα άλυτες. Οι σχετικοί πάντως μύθοι εύκολα μοιράζονται ανάμεσα σ' εκείνους που αφορούν τον αυτονόητο μάλλον προφορικό λόγο και σ' αυτούς που προσπαθούν να εξηγήσουν το αίνιγμα της γραφής. Καταλογίζω εφεξής σε τέσσερις κατηγορίες τα περί γλώσσας απορήματα που μπορεί κανείς να διακρίνει στην αρχαία ελληνική γραμματεία:

1. Μυθολογείται πρώτα η αρχαία ελληνική γλώσσα ως προς την καταγωγή και την εύρεσή της· κυρίως ως προς τη θεολογική, ανθρωπολογική ή μεικτή αφορμή της.

2. Μυθολογήματα επίσης εμφανίζονται, προκειμένου να κατοχυρωθούν η αρχαιότητα και η προτεραιότητα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας έναντι άλλων γειτονικών γλωσσών.

3. Μυθολογικές εξηγήσεις προτείνονται, για να αποφασιστεί ο πραγματολογικός, ή και οντολογικός, τύπος της γλώσσας σε αντίθεση προς τον συμβατικό της χαρακτήρα.

4. Μύθοι, τέλος, επινοούνται, για να υποστηρίξουν ως αδιαίρετο το ζεύγος «όμαιμον-ομόγλωσσον», στο πλαίσιο μιας αυθεντικής φυλετικής ιθαγένειας, εκεί μάλιστα που λίγο πολύ σκανδαλίζει η εμφάνιση κάποιας πολυγλωσσίας.

Δεν έχω τον χώρο να παραδειγματίσω τις προτεινόμενες τέσσερις απορηματικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν λιγότερο στην προφορά και περισσότερο στη γραφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Είναι ωστόσο προφανές ότι οι διάφοροι αυτοί μύθοι περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας δεν πρέπει να θεωρούνται αυθαίρετοι και καταφρονητέοι, στον βαθμό που ανταποκρίνονται σε αναγνώσιμες ανθρωπολογικές και ιστορικές συνθήκες. Παρά ταύτα η αρχαιογνωστική επιστήμη, ειδικότερα η επιστήμη της γλωσσολογίας, επωμίζεται νομίμως την ευθύνη να διακρίνει τις τεκμηριωμένες γνώσεις μας για την αρχαία ελληνική γλώσσα από τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις και παραμορφώσεις της, οι περισσότερες από τις οποίες σχηματίζονται στα ελληνιστικά και ελληνορωμαϊκά χρόνια, εφεξής εγκαθίστανται και προοδευτικώς εξωραΐζουν ώς σήμερα το είδωλο πλέον της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ως μέτρο αξιολογικής σύγκρισής της με τη νέα ελληνική γλώσσα.

***

Η βασικότερη ιδεολογική (μυθολογική και μυθοποιητική) παρεξήγηση περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αναγνωρίζεται στην αυθαίρετη ταύτισή της με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Σύμφωνα με τούτο το ιδεολόγημα, η υψηλή στάθμη της γλώσσας εξασφαλίζει εκ των προτέρων την υψηλή στάθμη της γραμματείας, ως σχέση μάλιστα αιτίου προς αιτιατό. Τούτο προφανώς σημαίνει αξιολογική πρόταξη πλέον της γλώσσας έναντι των γραμμάτων· σάμπως να πρόκειται για ένα είδος γλωσσικής γεννήτριας, προορισμένης να παράγει στο διηνεκές αξεπέραστης αξίας λογοτεχνικά και γραμματειακά έργα. Η μυθολογική και μυθοποιητική αυτή στρέβλωση ανάγεται στα όψιμα ελληνιστικά χρόνια και κωδικοποιήθηκε από το γνωστό κίνημα και τους συντελεστές του πρώιμου και ύστερου αττικισμού.

Σε τούτο το σημείο αξίζει να θυμηθούμε ότι η αρχαϊκή και κλασική εποχή δεν φαίνεται να κατέχεται από γλωσσική αυταρέσκεια. Γλώσσα και γραμματεία συμβάλλονται, καλλιεργούνται και εξελίσσονται με συνεχή διάλογο-αντίλογο του παρόντος με το παρελθόν, χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει μαθησιακή αχαριστία του πρώτου προς το δεύτερο. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια δεν σχηματίζεται κάποιος λογοτεχνικός κανόνας, μολονότι αναγνωρίζονται οφειλές στους θεμελιωτές των λογοτεχνικών ειδών και γενών, και προπαντός στον Όμηρο.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, με την αττικιστική προκατάληψη, σύμφωνα με την οποία αρχαία ελληνική γλώσσα και αρχαία ελληνική γραμματεία λίγο πολύ ταυτίζονται, τα λογοτεχνικά κατορθώματα της αρχαιότητας αποσυνδέονται πλέον από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και θεωρούνται εφεξής υποχρεωτικά γλωσσικά πρότυπα. Σ' αυτό πάντως το μύθευμα περί της αρχαίας ελληνικής γλώσσας οφείλονται παρεπόμενες εμπλοκές του γλωσσικού μας ζητήματος και μια σειρά από συγγενικά ιδεολογήματα, τα οποία, για λόγους δημοσιογραφικής οικονομίας, εδώ μόνον επιγράφονται. Εννοούνται τα μυθεύματα για: (α) την καθαρότητα και τον άμεικτο χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας· (β) την πρότυπη αξία της έναντι όλων των άλλων γλωσσών· (γ) την αδιατάρακτη συνοχή και συνέχειά της· (δ) το αμετάφραστό της· (ε) την αποκλειστική κληροδοσία της στους Νεοέλληνες. Τα ιδεολογήματα αυτά, τα οποία ταλαιπώρησαν για δύο σχεδόν αιώνες τη νεοελληνική παιδεία και εκπαίδευση, υφέρπουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ακόμη και σήμερα, μολονότι η δογματική υπεράσπισή τους οδηγεί συχνά σε πραγματολογικές αλλά και λογικές αντιφάσεις. Με μια τέτοια, κραυγαλέα, αντίφαση κλείνω το ιχνογράφημα τούτο περί αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Ενώ οι Νεοέλληνες, εν ονόματι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, διεκδικούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοτιμία της νεοελληνικής γλώσσας έναντι των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, στο εσωτερικό της χώρας καταφανώς υποτιμούν τη στάθμη της νεοελληνικής γλώσσας, την οποία θεωρούν, έναντι της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, ανεπαρκή. Πρόκειται για ένα είδος ακατανόητης ενδογλωσσικής ανισοτιμίας, η οποία οδηγεί στην αυθαίρετη υπόθεση ότι η νεοελληνική γλώσσα χρειάζεται συνεχώς την υποστήριξη της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, για να καλύπτει τα κάθε λογής κενά της.

ΥΓ: Περιττεύει να πω ότι, ως κλασικός φιλόλογος, που χρόνια μελετώ την αρχαία ελληνική γλώσσα, αισθάνομαι φιλολογική έλξη προς αυτήν, την οποία εντούτοις είμαι υποχρεωμένος να υπερκεράσω, προκειμένου η απόσταση μεταξύ μύθου και λόγου για την αρχαία ελληνική γλώσσα να μην καταστεί αγεφύρωτο χάσμα.

___

Για την αντιγραφή

Εγώ

(Το άρθρο προέρχεται από το συλλογικό έργο "10 ΜΥΘΟΙ για την ελληνική γλώσσα" εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018

Εις του Βαρσάμου το νερό χρυσό δεντρί εφάνη...

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2018 0



Μπρε, Κωστή, εδά θα σου μάθω ένα βυζαντινό, ναι, βυζαντινό ριζίτικο, απού μου το ‘χε μαθωμένο ο Βενοσίφης κι αυτηνού ο παππούς του κι αυτηνού ο προπάππους του και πάει ετσά λοής:


“Εις του Βαρσάμου το νερό,
χρυσό δενδρί εφάνη
Κι εις τη σκιανιάδα του δεντρού
Οζά ήταν σταλισμένα.

Τρεις κλέφτες επεράσανε
τρεις κλέφτες επερνούσα’
Κάθουνται και ξανοίγουν’τα
στέκουνται και μετρούν’τα.»

Εκατάλαβες; τω παλιώ γκαιρώ εγυρίζανε πέρα – πόδε κλέφτες και ξανοίγανε μη μπανα βρούνε κιανένα κουράδι αφύλαχτο, ναι Κωστή ακούς; Και ξανοίγανε απού λες το κουράδι και το θαυμάζανε και λέγανε:


«Για δες οζά για δες αρνιά
για δες κριγιούς μπροστάρους
Για προβατοσκλάβερα
ασημικά ραμένα»

‘Οι – όι μρε σα ντου ξεγηβεντισμένου του –τάδε- απού τα τζουμπροδένει ο γουρσούζης με τέλια και σπαούλια, εκατάλαβες;

Και ξανοίγουνε απού λες να δούνε από τσοι σαμές τίνος είναι τα οζά μα δε ξεχωρίζουνε και τονέ λέει ένας κατεχάρης:

«Τούτα δεν είναι Σφακιανά,
ούτε κι από τα Ανώγεια,
Μον’είναι των εννιά αδερφώ
των αναγυρισμένω.»

Των αναγυρισμένω, εκατάλαβες, ε Κωστή;

«Απού ‘ναι οι τρεις γραμματικοί
κι οι πέντε καπετάνιοι
κι έχουν το Γιώργη για βοσκό
κι έχει και το σπαθάκι ντου ψιλάν ακονισμένο»

Στο σημείο αυτό τόνιζε τη λέξη «Γιώργη» ενώ στη λέξη «σπαθάκι» όρθωνε απότομα την πλάτη και τέντωνε προς τα έξω το στήθος σαν Στρατηγός σε παρέλαση για να καταλήξει ηρωϊκά στο τελευταίο μέρος:


«Τρία βουνά ‘χουν χειμαδειά
Στο’να βουνό τ’αρμέγουνε
Στ’άλλο τυροκομούνε
Στο τρίτο χύνουν το χουμά,
τη θαλασσα πλησιαίνουν.»

Ο Βαγγέλης μύριζε τσικουδιά, Καρέλια και τσιμέντο -λόγω δουλειάς. Λαλούσε μια πράσινη «Ατλας» τρίκυκλη σκαφτικιά, όπου πάνω της έμαθαν να οδηγούν οι τέσσερις γυιοί του.
Μια φορά τράκαρε με τον έναν του γυιό που καβαλούσε ένα Sachs στη μεσοχωριά. Όταν είδε ότι ούτε ο νεαρός ούτε το μοτοσακό δεν έπαθαν τίποτα του είπε αυστηρά: "Ξάνοιγε μπρε μην το χαλάσεις του δαιμόνου το εργαλείο". Τέρας ψυχραιμίας!
Γνώρισε πολλές χαρές και μια μεγάλη, αβάσταχτη λύπη.  Το χιούμορ του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Πονηρό αλλά ποτέ χυδαίο.
Ο Βαγγέλης λάτρευε τους στίχους. Δεν τραγουδούσε ποτέ (τουλάχιστον εγώ δεν  τον άκουσα), αλλά θυμότανε πολλά από εκείνα τα ριζίτικα και άλλα δημοτικά της Κρήτης που διαδίδονται στόμα με στόμα εδώ και εκατοντάδες χρόνια και μου έκανε θαυμασιες απαγγελίες διανθισμένες από διάφορα δικά του σχόλια.Σαν παλιός παραμυθάς . Έχω όμως την υποψία ότι και ο ίδιος ήταν ποιητής.
Μια φορά μου απάγγειλε ένα καταπληκτικό ποίημα το οποίο έλεγε για ένα φρεσκοπαντρεμένο νεαρό ζεύγος, όπου ο άντρας φεύγει για τον πόλεμο και λείπει πολλά χρόνια. Στον καιρό του χωρισμού κι οι δυο φαντάζονταν το ξανασμίξιμό τους γεμάτοι πάθος και αδημονία. Όταν όμως πλέον εκείνος γυρίζει ασπρομάλλης πια, βρίσκει τη δέσποινα των λογισμών του μαραμένη σαν τον ίδιο. Κι αντί να ζήσουν εκείνο το αργοπορημένο σμίξιμο σαν δυο στερημένοι εραστές,  «εθέσανε να κοιμηθούνε στο τέλος Κωστή σαν τ’αδέρφια».
«Κι έχουν το Γιώργη για βοσκό Κωστή» μου φώναζε όταν μ’έβλεπε να φτάνω στο χωριό.  Κι εγώ του απαντούσα γελώντας «κι έχει και το σπαθάκι ντου, ψιλάν ακονισμένο Βαγγέλη»!

Διαβάστε και ...

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates