Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Careful with That Axe, διάολε!

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018 0

Ήρθε πάλι ο διάολος να με πάρει οψές το βράδυ.
- Καλώς τον φώναξα, κρύβοντας στον εύθυμο χαιρετισμό το φόβο μου. Θα πιείς κάτι;
- Όχι, απάντησε, την άλλη φορά με μέθυσες με καυτερή τσικουδιά και λησμόνησα τον αντικειμενικό μου σκοπό.
- Δεν το ΄ θελα, είπα δήθεν ενοχλημένος. Δικαιούμαι μια τελευταία επιθυμία όπως γνωρίζεις, του θύμισα. Ας ακούσουμε ένα τραγουδάκι.
- Πφφφφ, θα μου βάλεις πάλι "το θάνατο του λυράρη" του Μουντάκη και θα με πάρουν ξανά τα δάκρυα και θα φύγω για άλλη μια φορά άπραγος και ντροπιασμένος.
- Ντάξ, δε θα βάλω κρητικά αφού έχεις κι εσύ τις ευαισθησίες σου.
- Δε θα βάλεις ελληνικά γενικώς διότι μου κάνουν την καρδιά μαλακή σαν ανθόγαλο.
- Δεν έχεις καρδιά.
- Έχω, αλλά όχι πάντα...
- Οκ, να βάλω ένα ροκ παλιό; Είναι από το soundtrack της ταινίας Zabriskie Point του Michelangelo Antoniοny. Τι μπορεί να σου κάνει η μουσική ενός φιλμ;
- Καλή ιδέα, αλλά μη νομίζεις ότι θα μου την ξαναφέρεις.Στην τελευταία νότα σε πήρα και πας καλιά σου, κατάλαβες σκουλήκι;
Έβαλα στο πικ-απ το Ummagumma των Pink Floyd. Διάλεξα από την Α' πλευρά το 2ο κομμάτι: "Careful with That Axe, Eugene".
Πρόκειται για την ιστορία δyο φίλων σ'ένα δάσος. Ο ένας κόβει ένα δένδρο με ένα τσεκούρι κι ο άλλος κάθεται απέναντί του φωναζοντάς του να προσέχει μ'αυτό το επικύνδυνο εργαλείο.
Το τύμπανο του Nick Mason υποδύεται το τσεκούρι του Eugene και ο Roger Waters τον φίλο του που με αγωνία προειδοποιεί: "Πρόσεχε με αυτό το τσεκούρι, Eugene".
Ξαφνικά ακ΄ούγεται μια τρομακτική κραυγή που βγάζει ο τελευταίος γιατί χτυπήθηκε από το τσεκούρι. Η δεύτερη κραυγή είναι από τον ίδιο τον Eugene, που συνειδητοποίησε ότι μόλις σκότωσε τον φίλο του.
Όση ώρα διαρκούσε το περίπου εννιάλεπτο κομμάτι ο διάολο στεκώταν όρθιος και με κοιτούσε. Μόνο στο άκουσμα της δεύτερης κραυγής έπιασε την άκρη του λεπτοδουλεμένου του χιτώνα και την έσφιξε. Τα κότσια των κόκκινων χεριών του έγιναν άσπρα από την ένταση.
Το κομμάτι τελείωσε και πάτησα το στοπ του πικ απ. Ο δίσκος σταμάτησε να γυρίζει. Τον κοίταξα.
- Και τώρα τι; ψέλισα.
Απάντησε με ερώτηση:
- Το ήξερες ότι αυτό το κομμάτι βασίζεται στον αρχαίο ελληνικό "φρυγικό τρόπο";
- Ναι, αλλά μου διαφεύγει το πώς είναι ελληνική μια κλίμακα που έφτιαξαν οι Φρύγες;
- Ο πολιτισμός δεν είναι κανενός ηλίθιε. Τα ονόματα υπάρχουν μόνο για λόγους πρακτικούς, δεν υπονοούν απαραίτητα ιδιοκτησία, μόνο μια θαμπή προέλευση.
- Κάποιοι έφτιαξαν τον πολιτισμό.
- Όλοι φτιάχνουν πολιτισμό.
- Γιατί;
- Για να διασκεδάσουν το γεγονός ότι σύντομα θα πάψουν να υπάρχουν.
- Από πότε άρχισε αυτό;
- Ανέκαθεν έτσι ήταν. Δε θα σου κάνω ιστορία της Τέχνης βραδιάτικα.
- Εντάξει, τότε πες μου γιατί δάκρυσες πάλι; Σε συγκίνησε το κομμάτι; Σου θύμισε ο Φρύγιος παλιές καλές εποχές;
- Με συγκίνησαν οι Pink Floyd και η αθανασία της Τέχνης.
- Γιάντα;
- Διότι καθιστούν τη δουλειά μου μάταιη.
- Να το πεις του Roger Waters όταν θα πας να τον "διεκπεραιώσεις".
- Κάνεις χιούμορ κωλόπαιδο;
- Να σου δώσω κάτι πριν φύγεις, γιατί δε με βλέπω να σ'ακολουθώ απόψε;
- Θα εκτιμούσα αν μου χάριζες εκείνο το μπουκάλι με την τσικουδιά που έχεις στην κατάψυξη.
- Να κάνουμε πρώτα εβίβα δυο ποτηράκια και στη χαρίζω την υπόλοιπη.

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Στη στέρνα του Βερύκη

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018 0


Ήταν ακριβως όπως τη θυμόμουνα: μικροκαμωμένη, καμπούρα, με άκρα λιανά  και στραβά σαν ελιδένια ξερόκλαδα. Οι καλοί άνθρωποι γερνώντας μοιάζουν με δέντρα, η γιαγιά μου η Μαριάννα έμοιαζε με χοντρή βελανιδιά, ετούτη εδώ η γρε Κατερίνη έμοιαζε με φτενή αγριελιά. Ακόμη και τα πολυφορεμένα ρούχα της, κάποτε μαύρα του πένθους, είχαν ξεσκοτεινιάσει από τους ήλιους κι είχαν γίνει γκρίζα σαν τη φλούδα του δέντρου.
Ακούμπησε το χεράκι στον ώμο μου κι έκατσε δίπλα μου, στο ολόμαυρο ξύλο που ήταν όλο ρόζους και χαραγματιές απέναντι από το σπίτι των Γαβαλάδων.
Κοιταχτήκαμε. Τα μάτια της κάποτε ήταν πράσινα ή γαλάζια δεν είμαι σίγουρος, αλλά ήταν ακόμη καθαρά, κάπως πονεμένα αλλά καθαρά.
-       Επήγα στο μποταμό θειά Κατερίνη σήμερω, στο Μαγκλαβά, στη στέρνα του Βερύκη.
-       Όφου παιδί μου, κατέω το, σας είδα.
-       Ήτανε και τρία εγγόνια σου εκειά, και δυο δισέγγονα.
-       Μα έπρεπε να μου φέρεις και τ’ άλλα να τα δω κι εκείνα.
-       Δεν ήτανε στο χέρι μου θειά, ξαφνικά με βάλανε στο αμάξι του Δημήτρη και με τσοι υπόλοιπους, μισοί στο κουβούκλι κι οι άλλοι μισοί στην καρότσα εκατηφορίσαμε από το τριόδιο και πήραμε την κατηφόρα.
-       Δε μπειράζει, θα τα δω άλλη φορά.
-       Ήτανε αγαπημένο σου μέρος εκείνο ε θειά;
-       Ναι, μόνο από κειά έπινα νερό. Εκατέβαινα με το κανιστράκι κάθε απόγεμα και το γέμιζα απο τη μπηγή.
-       Γιάντα, δε σ’άρεσε τση βρύσης;
-        Δεν ήτονε το ίδιο με κείνονά που έπινε η μάνα, ο κύρης και τ’αδέρφια μου εκείνω ντω καιρώ. Έπινα το κι αναστορούμουνε κι εθάρουνε ότι εδά θα προβάλει ο κύρης μου με τη μάνα μου από δίπλα στο περβόλι.
-       Ναι μα μένα μου ‘πε ο Σήφης σας ότι μια μέρα τον έστειλες να σου φέρει κι εκείνος σε μασκάρεψε και στο γέμισε από τη βρύση.
-       Ναι, είχα παραγεράσει και δεν εμπόρουνε να περπατώ και τον έπεψα με το κανιστράκι. Μα ετσά ‘ναι τα κοπέλια, βαριούνται και κάνουνε ζαβολιές κιαμμιά φορά. Μα ας έχει την ευκή μου τ’αγγόνι μου, ούλα ντ’άλλα καλά τα έκαμε, ό,τι μπόργιενε για την οικογένεια και για το χωριό ντου.
-       Ναι θειά, από καλά και πάνω. Κι έρχεται και δισεγγονάκι, της είπα κλείνοντας το μάτι.
-       Αμ ήντα θαρρείς, χαμογέλασε κοριτσίστικα η γρέ.
-       Θυμάσαι απού μας έπιασες με το Νικάκι σας να καπνίζουμε στο σπίτι μια μέρα που οι άλλοι έλειπαν; Σε έβγαλε σπρωχτή όξω ο Νίκος και συνεχίσαμε να φουμάρουμε εκείνο το Καρέλια που είχαμε κλέψει από τον πατέρα του το Βαγγέλη, κι ύστερα κάτσαμε τρέμοντας γιατί νομίζαμε ότι θα το μαρτυρήσεις; Μα εσύ δε το μαρτύρησες!
Εβαλε το χέρι της πάνω στο δικό μου.
-       Κι ανέ το ‘λεγα θα σταματούσατε να φουμέρνετε μπρέ χαΐνηδες;
-       Όχι θειά.
-       Ε, γι’αυτό. Κακό πράμα οι τζάμπα μάνητες.
-       Να ρωτήξω κι ένα άλλο μπράμα θειά;
-       Ότι θες, γι’αυτό δεν ήρθα;
-       Η μάνα μου έλεγε ότι σε άκουσε μια φορά που κατέβαινες στη στέρνα, να στέκεσαι δίπλα στην πηγή και να κάνεις μετάνοιες: «Ο Θεός να βλέπει το Βαγγέλη μας, ο Θεός να βλέπει τη Μαρία μας, ο Θεός να βλέπει το Σήφη μας, ο Θεός να βλέπει το Γιώργη μας, ο Θεός να βλέπει το Δημήτρη μας»  κ.ο.κ. και μετά έπιανες τσοι νεκρούς «Ο θεός να συχωρέσει τση μάνας μου, ο Θεός να συχωρέσει του πατέρα μου» και συνέχιζες τη νεκρολογία για ώρα. Μα δεν είχενε τόπο η εκκλησία να κάμεις τσοι δεήσεις σου;
-       Ο Θεός είναι εκειά που τονε φωνιάζεις κοπέλι μου, κι απόεις ήντα να κάθομαι να κράζω μπροστά στσοι υπόλοιπους; Ανέ το κάνανε ετσά ούλοι η λειτουργία ‘θελά κρατούσενε μιαν εβδομάδα.
-       Σωστά. Μα ένα μπράμα δεν εκατάλαβα, για σένα δεν έκανες δέηση;
-       Εκατό χρονώ γυναίκα ήντα ήθελες να ζητήξω του Θεού, κιανένα γαμπρό ή κιανένα καινούριο φουστάνι;
Τώρα ήταν η σειρά μου να γελάσω, μα ύστερα κάτι θυμήθηκα και μου κόπηκε το γέλιο. Σοβάρεψα απότομα, εκείνη το κατάλαβε κι έσκυψε ν’αφουκραστεί την επόμενη ερώτηση:
-       Δεν είναι κρίμα που Εκείνος δεν εισάκουσε ούλες σου τσοι ευχές και τσοι δεήσεις θεια Κατερίνη; Που δε φρόντισε για όλα όσα Του ζήτησες;
Άφησε το χέρι μου και έσιαξε τη ρόμπα της στο γόνατο. Μια κίνηση που θύμιζε ντροπαλή κοπελιά. Το βλέμα της στάθηκε πάνω στο χέρι της που ίσιωνε το σαρακοφαγωμένο ύφασμα.
-       Ο Θεός αντράκι μου δε κάνει ετσά τσοι δουλειές Του. Δεν είναι έμπορας μεταπράτης να δίνει και να παίρνει, έχει δικά Του ζύγια. Μας αφήνει να ζητήξουμε ό,τι θέλουμε αλλά κι Εκείνος  δικαιούται με τη δική Ντου σειρά να δώσει ό,τι θέλει. Ο Θεός που έκαμε τη Πρόσθεση και τον Πολλαπλασιασμό ο ίδιος έκαμε την Αφαίρεση και την Διαίρεση. Κι ύστερα, όποιον παίρνει από επαέ τον έχει κοντά Του. Που θαρρείς είναι πλια καλλιά, επαέ ή δίπλα Του;
-       Δε γκατέω θειά Κατερίνη.
-       Εγώ κατέω, και ούλα είναι σωστά κι όπως πρέπει σιαγμένα.
Να ‘το ξανά εκείνο το κοριτσίστικο χαμόγελο. Σχεδόν περιπαιχτικό και καθησυχαστικό ταυτόχρονα.
-       Να τση πεις ότι τη σκεφτόμαστε.
-       Κατέει το αγάπη μου.
Κι αυτός ήταν ο τελευταίος της λόγος. Ξαναστηρίχτηκε με το λιανό χεράκι στον ώμο μου, σηκώθηκε με έναν ελαφρύ αναστεναγμό και απομακρύνθηκε με σίγουρο βάδισμα. Χωρίς να καμπουριάζει.
           


-->

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

Ο Γιώργης ο Ρωχάμης.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2018 0



“Άνοιξε Γιωργάκη, κάτι φίλοι σου είμαστε” φώναξε γλυκά ο ασφαλίτης που χτύπησε την εξώπορτα της αυλής.
Ο Γιώργης, έκλεισε τον  παράνομο πομπό με τις λυχνίες “813” που εξέπεμπε στα βόρεια των Μεσαίων Κυμάτων, τον αποσύνδεσε από το τροφοδοτικό των 2.500 Volt και τον πήρε μαζί του στο άλμα τριών μέτρων που έκανε στο διπλανό χάλασμα. Τοιουτοτρόπως διέφυγε της σύλληψης περιμένοντας να περάσει το διάστημα του Αυτοφόρου.
Έτσι, η Αστυνομια που εισέβαλε λίγα λεπτά αργότερα  στο σπίτι, βρήκε μόνο κάτι γυμνά χάλκινα καλώδια που οι άκρες τους θα σκότωναν ακαριαία ένα άλογο, έναν τεράσιο μετασχηματιστή βουτηγμένο για μόνωση σε λάδι μηχανής κι έναν ενισχυτή με 2 λυχνίες “811”.
Άρα, στο δικαστήριο που έγινε μήνες αργότερα δε στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία για «παράνομη εκπομπή» και ο ανήλικος εγκληματίας αθωώθηκε πανηγυρικά.
Τι είχε συμβεί: ο Γιώργης, με κάτι σχέδια από το περιοδικό «Τεχνική Εκλογή», ένα φύλλο αλουμινίου, δυο τρία μέτρα μονόκλωνο καλώδιο διατομής 2 χιλιοστών, 5-6 λυχνίες,  2 μετασχηματιστές, μια φούχτα ηλεκτρολυτικούς πυκνωτές, κάτι κεραμικές αντιστάσεις και τις συμβουλές του Κωστή «του 813» και άλλων,  είχε φτιάξει έναν πομπό για να συνομιλεί με τους υπόλοιπους εραστές της ιονόσφαιρας ανά την Ελλάδα. Αυτό ήταν το έγκλημά του: ένας πομπός μεσαίων κυμάτων υψηλής ισχύος!
Σε μια προοδευμένη κοινωνία, αν ένα δεκαεξάρχονο παιδί μπορούσε να φτιάξει ένα πλήρες τηλεπικοινωνιακό σύστημα με ακτίνα εκπομπής εκατοντάδων χιλιομέτρων από το τίποτα, το χειρότερο που θα του συνέβαινε θα ήταν μια υποτροφία σε ένα εκπαιδευτικό-τεχνολογικό ίδρυμα προκειμένου να αξιοποιήσει το φανερό αυτό ταλέντο του προς το καλό της ίδιας της κοινωνίας. Αντ’ αυτού η ανάπηρη ελληνική μπανανία προτίμησε να του στείλει 2 περιπολικά για να τον συλλάβουν. Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και το μόνο που έμεινε ήταν ότι στην 1η Λυκείου του Πολυκλαδικού Ρεθύμνου τον φωνάζαμε κοροϊδευτικά "Ρωχάμη".
Σε πείσμα όμως της ανόητης και ανερμάτιστης αυτής κοινωνίας που επιχείρησε να τον μεταχειριστεί σαν κοινό εγκληματία, ο Γιώργης έκαμε το χόμπυ του επάγγελμα, και την αγάπη του για την Κατερίνα γάμο ο οποίος καρποφόρησε 2 υπέροχα κορίτσια.
Ο Γιώργης πήδηξε τον τοίχο των ανόητων βγάζοντάς τους κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Η κοινωνία είναι τυχερή που τέτοιοι θαραλέοι και έξυπνοι άνθρωποι γίνονται τίμια μέλη της. Άλλωστε πάντα πίστευα ότι ο έφηβος που σηκώνει στην πλάτη πενηντάκιλα  τσουβάλια ελαιόκαρπο για να τα ρίξει στο αποφυλλωτήριο του ελαιουργείου δε μπορεί να καταστεί ποτέ άτιμος.
Όσο για μένα νιώθω ακόμη πιο τυχερός που οι σπουδαιότεροι από τους παιδικούς μου ήρωες δεν είναι φανταστικά πρόσωπα αλλά συνομήλικοί μου.
-->

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Χασούν

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018 0


Θεσσαλονίκη 198..
Μεγάλη εντύπωση μου είχε κάνει ο Χασούν. Άκου μαχητής στη Μέση Ανατολή!
Βέβαια δεν έδειχνε για τέτοιος, μάλλον για μπακάλης έφερνε, απ’αυτούς που πουλάγανε στο λιμάνι της παλιάς Βυρητού κανέλλα, κάρρυ και κοκκινοπίπερο, χωμένοι σε κάτι μικρομάγαζα με ξεθωριασμένη τέντα στο δρόμο. Θα μου πείτε πως ήξερες με τι έμοιαζε ένας Λιβανέζος μπακάλης και η τέντα του μαγαζιού του. Σας απαντώ ότι επίσης ουδεμία ιδέα είχα για το πως έμοιαζε ένας ομοεθνής του πολεμιστής. Ας είναι.
Αυτό που σίγουρα ήξερα ήταν ότι δεν υπάρχουν αρχέτυπα κι ότι ένας άνθρωπος 50 με το ζόρι 55 κιλών θα μπορούσε να είναι πολεμιστής στο Λίβανο. Γιατί όχι;
Ο κολλητός μας ο Γιούσεφ που σαν καλός Μωαμεθανός ψέματα ποτέ δεν έλεγε, εκτός αν ήταν για πιοτό και χοιρινή τηγανιά, με είχε ενημερώσει ημιτελώς με όσα ήξερε:
Δυο χρόνια λέει πολεμούσε πολιορκημένος σ’ένα χωριό. Ρουκέτες, πύραυλοι, βόμβες, όλμοι, σφαίρες πέρασαν και του πήραν μερικούς φίλους του, την ακοή από το δεξί αυτί, και ένα μέρος τη γεύσης και την όσφρησης. Επίσης, οι δακρυϊκοί του αδένες είχαν αχρηστευθεί. Όπως έλεγε σκασμένος στα  γέλια ο κολλητός Γιούσεφ, “άμα θέλει να κλάψει για το γκόμενα, τρέχει φαρμακείο να πάρει κολλήριο για μάτια”. Κρανίου τόπος για ωτορινολαρυγγολόγο ήταν … το κεφάλι του.
Κανονικός στο ύψος, πολύ λεπτός και νευρώδης, με σγουρά κατάμαυρα μαλλιά, μεγάλη μύτη, φορούσε πάντα φαρδύ υφασμάτινο σκούρο μπλέ ή μαύρο παντελόνι στο οποίο είχε την αστεία συνήθεια όταν φορούσε πουλόβερ να το ζώνει σφίγγοντας από πάνω τη ζώνη. Κάπνιζε ασταμάτητα Winston αλλά σαν καλός μωαμεθανός δε έπινε αλκοόλ αλλά μόνο τσάι, δεν έτρωγε γουρούνι αλλά μόνο αρνί και κουνέλι. Οι κανόνες αυτοί είχαν παραβιαζονταν όταν δεν υπήρχε άλλη πρόχειρη εναλλακτική. Δηλαδή συνέχεια. Πάντως το κρασάκι που έστελνε η μάνα μου από την Κρήτη το έπινε μια χαρά αλλά δε θα μας χαλάσει μια τέτοια ποταπή λεπτομέρεια την εικόνα του καλού εκείνου φίλου μου.
Μόνο ένα πρόβλημα υπήρχε: Ήταν σφίγγα όταν τον ξεμονάχιαζα και τον  ρωτούσα να μου πει τι έζησε: “Πώς ήταν στον πόλεμο Χασούν, σκότωσες πολλούς Εβραίους;πότε μπήκες στον ένοπλο αγώνα;είχες βαθμό ή ήσουνα στρατιώτης;πώς τραυματίστηκες;έχεις καρφώσει κανέναν με την ξιφολόγχη;πονάς όταν τρως σφαίρα;φοβάσαι όταν πολεμάς;”
Δε μου απαντούσε αλλά τσαντιζόταν άσκημα. “Άφησε τις μαλακίες, δεν είναι καλά πράγματα αυτα να τα ρωτάς”.
“Μα δεν καταλαβαίνεις ρε Χασούν ότι έκανες κάτι σπουδαίο; Αγωνίστηκες για την πατρίδα, το σπίτι σου”.
“Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι είσαι μαλάκας”, έλεγε φουρκισμένος και έφευγε.
“Αρνιέσαι το ηρωϊκό σου παρελθόν” του φώναξα μια μέρα μισο-αστεία μισο-σοβαρά.
“Δεν υπάρχουν ήρωες στον πόλεμο” είχε απαντήσει στυφά.
Δεν το έβαζα κάτω. Τη μια τον καλόπιανα την άλλη τον εκβίαζα. Μια μέρα του λέω: «δεν έχει ρε μαλάκα κουνέλι, άμα πάρω δέμα από την Κρητη, θα το φάω με τους υπόλοιπους κι εσύ θα φάς τ’αρχίδια μου.»
«Δεν τρώω γουρούνι ρε μαλάκα, δεν το ξέρεις;» μου πέταξε ανάβοντας ακόμα ένα τσιγάρο.

Ήρθε όμως  η αποφράδα μέρα που χώρισα με κείνη συχωρεμένη (ο Θεός μπορεί να τη συγχώρεσε, εγώ ομως ΟΧΙ) και ήμουνα να με λυπάται η ψυχή σου. Δεν πήγα στην Εστία με τους άλλους για φαγητό, δεν κατέβηκα στην "παραλία" του Λευκού Πύργου για την απογευματινή βόλτα και, το πιο ανησυχητικό, δεν έκλεψα τις παντόφλες του Γιούσεφ ούτε έριξα γιαούρτι στα παπούτσια το Μωχάμεντ. Με άλλα λόγια ήμουν ετοιμοθάνατος.
Χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου και χαμογελώντας μου ανακοίνωσε όταν του άνοιξα: "Ήξερες ότι οι Φιλισταίοι ήταν από την Κρήτη;"
"Γαμώ την Κρήτη, γαμώ τους Φιλισταίους, γαμώ σε κι εσένα" απάντησα και πήγα να του κλείσω την πόρτα στα μούτρα. Έβαλε αντισκάρι το πόδι και δε μ'άφησε.
"Γαμώ τη φιλοξενία σου. Δε θα με κεράσεις ένα τσάι;" είπε ήσυχα.
"Οκ, αλλά να κάνεις το μουγκό. Δε θέλω κουβέντες".
"Θα φτιάξω εγώ το τσάι" με πληροφόρησε. Μπήκε στην κουζίνα και επέστρεψε με δυο ποτήρια κονιάκ Metaxa. Τριάρι.
"Δεν είχε τίποτ'άλλο κει μέσα" απολογήθηκε.
"Ο Μωάμεθ λέει να μην το πίνεις αυτό" επεσήμανα ειρωνικά.
"Ο Προφήτης δεν ήταν ποτέ καψούρης" απάντησε σοβαρά.
 "Εσύ είσαι καψούρης";
"Όχι αλλά είναι ο φίλος μου".
"Κι αυτό τι σχέση έχει μ'εσένα";
"Συμπάσχω".
"Μπα; Δεν έχεις δικιά σου καψούρα;"
"Δεν μπορω".
"Είπαμε ότι θα κάνεις το μουγκό".
"Τότε μην κάνεις ερωτήσεις".
"Αν κάνω θα απαντήσεις";
"Λέγε".
"Τι έγινε σ'εκείνη τη μάχη. Που τραυματίστηκες".
"Αυτό που έγινε: τραυματίστηκα".
"Οι Εβραίοι";
"Όχι".
"Οι Αμερκάνοι";
"Όχι".
"Τι όχι ρε μαλάκα";
"Εμφύλιος. Μας πολιορκούσαν οι δικοί μας".
"Σε πυροβολούσαν οι συμπατριώτες σου; Αυτοί σε τραυμάτισαν;"
"Το χειρότερο ήτανε ότι τους πυροβολούσα κι εγώ. Αυτό είναι που δε γιατρεύεται"
 Τότε κατάλαβα γιατί ο Χασούν δε μιλούσε για κείνη τη γαμημένη μάχη.
"Δηλαδή πολεμούσες με ομοεθνείς σου ε";
"Σκότωσα τουλάχιστον τέσσερις συμμαθητές μου απ'το σχολείο".
"Πως ζεις μετά από αυτό ρε Χασούν";
"Δε ζω, ρε Κώστα. Δε ζω πια. Άσε τώρα αυτά, πες μου τι έγινε με την Κατερίνα".
Διαλύθηκα. Μπορούσα να δω τα κομμάτια μου να αιωρούνται σαν ένας αβαρής, δύσοσμος κιμάς. Ξέχασα τα δικά μου. Τον κοίταξα ντροπιασμένος.
"Τι να σου πω κι εγώ απ' τη ζωή μου ρε Χασούν; Πάμε να βρουμε τους άλλους, ξέρω ένα μαγαζί στα Λαδάδικα με τσίπουρο που θα μας γιατρέψει όλους".

-->

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Το κυριακάτικο Βατερλώ της Nora Bone

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018 0
-->



Δεκαετία του 60. Κάπου στο Μπέρμπινχαμ.
Τα παιδιά είναι σκληρά και αδυσώπητα. Μόνο τα παιδιά δίνουν στα πρόσωπα και στα πράγματα το αληθινό τους όνομα.
Την έλεγαν Ολίβια, αλλά η έφηβη κόρη της η Σάμυ και οι κολλητές της η Ρούθ και η Τζέην, την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά Nora Bone. Νόρα-κόκαλο. Αυτό που δεν έχω ξεκαθαρίσει είναι αν τη φώναζαν έτσι επειδή  ήταν μόνιμα κόκαλο από το ποτό ή επειδή της άρεσαν τα αντρικά, σκληρά «κόκαλα». Ή και τα δυο;
Η Νόρα διέθετε  μια τεράστια συλλογή. Από μπουκάλια και άντρες.
Ο σύζυγός της είχε πεθάνει πρόωρα αρχές της δεκαετίας του 60 όταν η Σάμυ ήταν μωρό ακόμα, από σκλήρυνση κατά πλάκας. Δε μπορούσε να κάνει πολλά μια χήρα γυναίκα μ’ ένα μωρό παιδί σε ένα χωριό στο Μπέρμπινχαμ, κι εκείνη διάλεξε χωρίς δισταγμό το χειρότερο: έπινε ασταμάτητα. Επίσης πήγαινε με τύπους που έπιναν ασταμάτητα.  Έναν από αυτούς τον βρήκε νεκρό ένα πρωΐ στο κρεβάτι της, σκασμένο από το πιόμα της προηγούμενης μέρας.
Ήταν δασκάλα, αλλά φαίνεται ότι στη δουλειά της έκρυβε πολύ καλά το «κουσούρι» της. Οι εξαρτημένοι έχουν βλέπετε τα δικά τους κόλπα. Ίσως πάλι κανένας να μην νοιάστηκε ποτέ, ποιός ξέρει;
Η Σάμυ μεγάλωνε μέσα στην αλκοολική παράνοια της μάνας της, τα άπλυτα πιάτα, τα βρώμικα σεντόνια, τα σκουπίδια και τ’αποτσίγαρα στο πάτωμα και τους εραστές της Nora Bone που μπαινόβγαιναν παραπατώντας νυχθημερόν στο σπίτι.  Μόνη ξύπναγε, μόνη έφτιαχνε πρωϊνό, μόνη ντυνόταν,  μόνη πήγαινε σχολείο όπου όμως εκεί όλα τα υπόλοιπα τα έκανε με τις κολλητές της: κοπάνες, τσιγάρα στη ζούλα και παρέες με νεαρούς άγνωστων λοιπών στοιχείων. Ήξεραν όμως να φυλάγονται από κακοτοπιές (τουλάχιστον όσες κακοτοπιές δε γούσταραν). Χωρίς πατέρα και οι τρεις, κατά κάποιον τροπο είχαν γίνει η μια πατέρας της άλλης. Μόνο που για την Σάμυ οι φίλες της ήταν και μαμάδες της.
Εκείνο το κυριακάτικο πρωϊνό συνέβη το ανέλπιστο: η Ολίβια-Nora Bone ξύπνησε νωρίς, σκούπισε και σφουγγάρισε το βρώμικο πάτωμα, καθάρισε το τραπέζι του καθιστικού, μάζεψε τα σκουπίδια και άρχισε να γεμίζει τον κάδο του πλυντηρίου στην κουζίνα με τα τσαλακωμένα, λερά σεντόνια που είχαν να πλυθούν ποιός ξέρει από πότε!
Τα κορίτσια που είχαν κοιμηθεί αποβραδίς και τα τρια εκεί, ξύπνησαν έκπληκτα από το σούσουρο της λάτρας, την ευχάριστη μυρωδιά ενός πρωϊνού με αυγά και μπέηκον και το πρωτόγνωρο για κείνο το σπίτι άρωμα των απορρυπαντικών. Ακόμα πιο ευχάριστη βέβαια ήταν η όψη μιας αγνώριστης, νηφάλιας Ολίβιας η οποία χαμογελώντας τις πληροφόρησε ότι τους ετοίμαζε για το κυριακάτικο τραπέζι ένα αρνίσιο μπούτι στο φούρνο. «Ηooray, roast lamb !!!»
Με σβελτάδα η Nora Bone έβαλε το ταψί με το γεμάτο αρωματικά βότανα μπούτι στο φούρνο γκαζιού. Σύντομα στην πανδαισία των σπιτικών αρωμάτων  προστέθηκε και εκείνο του ορεκτικού ψητού.
Έριξε το απορρυπαντικό στον κάδο του πλυντηρίου κι έκλεισε το καπάκι. Εκείνη την εποχή είχαν κάτι πρωτόγονα στρογγυλά πλυντήρια που άνοιγαν από πάνω και είχαν ένα λάστιχο για τα απόνερα που η
Nora Βone με προσοχή το στερέωσε στο νεροχύτη. Άναψε τσιγάρο και το απόλαυσε με τον καφέ και το καθαρό της μυαλό, ακούγοντας τις χαρούμενες φωνές των κοριτσιών που χαζολογούσαν μασουλώντας και τον υπόκωφο θόρυβο του κάδου που γύριζε ξεπλένοντας  τα σεντόνια από τις βρωμιές και τις ιδρωμενες αμαρτίες πολλών μηνών.
Ακούστηκε το γκλιν-γκλιν του ρολογιού του φούρνου και η Nora σηκώθηκε σαν ελατήριο για να το γυρίσει να ροδίσει από την άλλη. Έπιασε το καυτό σκεύος με κάτι πάνινα γάντια και το ακούμπησε στο νεροχύτη. Άνοιξε ένα συρτάρι και βάλθηκε να ψάχνει τη μεγάλη πηρούνα για να το πιάσει... και τότε έγινε το κακό:
Το πλυντήριο, το γαμημένο το κωλο-πλυντήριο αποφάσισε ότι ήταν ώρα να ξεράσει τα απόνερα! Ο σωλήνας στο νεροχύτη άρχισε να λούζει το αρνίσιο μπούτι με ενα δύσοσμο κιτρινόμαυρο ζουμί.  Μέχρι η Nora να ξαναβάλει τα πάνινα γάντια το μπούτι επέπλεε σαν κουράδα μέσα σε μια λίμνη που έζεχνε.
Τα κορίτσια είχαν μήνει εμβρόντητα. Η Nora δεν έχασε όμως την ψυχραμία της. Τράβηξε το πλυντήριο από την πρίζα, βρήκε επιτέλους εκείνη τη γαμημένη την πηρούνα και καρφώνοντας την στο κρέας, το σήκωσε και αρχισε να το ξεπλένει με νερό από τη βρύση. Με το άλλο χέρι άδειασε το βρώμικο ζουμί από το ταψί, και το ξέπλυνε κι αυτό. Τέλος, ξανατοποθέτησε το μπούτι με την άψητη πλευρά από πάνω και το έβαλε πάλι στο φούρνο.
Έκατσε εξουθενωμένη στην καρέκλα της, άναψε άλλο ένα τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά απ' τον καφέ της. «Σε μια ωρίτσα θα είναι έτοιμο girls» ανακοίνωσε χαμογελώντας αγγελικά στην κόρη της και στις φίλες της.

Η Nora Bone αγαπούσε τη ζωή – με το δικό της τρόπο. Την έζησε πίνοντας, και κάνοντας έρωτα μέχρι κάποια ηλικία και κατόπιν πίνοντας και κάνοντας παλαβομάρες μέχρι τα 90 της. Η Σάμυ την έστειλε τρεις φορές για αποτοξίνωση. Και τις τρεις φορές επέστρεψε μεθυσμένη.

Πριν λίγα χρόνια όταν την έθαψε , η Σάμυ ανάσανε με ανακούφιση. Επιτέλους η οικογένεια της ήταν ευτυχισμένη.

Βάζω τη Ρουθ να μου διηγείται ξανά και ξανά  την ιστορία της Nora Bone. Γελάμε μέχρι δακρύων κάθε φορά. Είναι μια κωμική ιστορία ματαίωσης.Οι αληθινές πρωταγωνίστριες της είναι οι τρεις κολλητές φίλες.  Στη Nora Bone έτυχε ο ρόλος του αστείου κομπάρσου.

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Η Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018 0


Θεσσαλονίκη 1989.

Δεν μου καλο-ήρθε που ο Μωχάμαντ αρραβωνιάστηκε την Α. Όχι επειδή εκείνος ήταν Παλαιστίνιος κι εκείνη Ελληνίδα, αλλά γιατί τόσους μήνες που τους ήξερα τη μια μέρα ήταν μαζί και την άλλη ήταν σκοτωμένοι.Όχι ότι δεν αγαπιόντουσαν, κάθε άλλο νομίζω, αλλά ήταν κι οι δυο δύσκολοι χαρακτήρες, κακοτράχαλοι. Από τη μια ο ζόρικος ανατολίτης κι από την άλλη η αυτάρχω κρητικιά που δε σήκωνε ούτε μυγοπόδαρο στο σπαθί της.

Επίμονες, κυριαρχικές φύσεις που έκαναν ο ένας δύσκολη τη ζωή του άλλου, για μια τελευταία κουβέντα, μια κοφτή ματιά ή ένα νεύμα ειρωνικής συγκατάβασης.
Η Α. ήταν από τα πρώτα άτομα που με καλοσώρισαν στη Θεσσαλονίκη εκείνο το Φθινόπωρο. Φαίνεται ότι δεν είχα συνηθίσει μακριά από την οικογένεια και βρήκα στο πρόσωπό της μια άλλη αδερφή. Ή μια μάνα...
Δε μου χάριζε κάστανο. "Κατσανδρεδάκη, κουμμούνι, είσαι ο πλιό μαλάκας τση Ένωσης Κρητών Φοιτητών από καταβολής της" μου έλεγε όταν τη φούρκιζα. "Κι εσύ είσαι η κακιά μάγισσα της φοτητικής εστίας βρωμοπασόκα" της απαντούσα σκύβοντας να αποφύγω κάτι βιβλία βιολογίας χοντρά σαν τούβλα που μου εκσφεντονιζε. Ύστερα πηγαίναμε αγκαζέ για ρετσίνες στα "Κουμπαράκια" απέναντι από την Καμάρα.
Ο Μωχάμαντ δεν το χώνευε και πολύ το κολλητηλίκι μου με την καλή του, αλλά εκείνη του το 'χε ξεκόψει: "Ο μικρός είναι φίλος μου. Και οι φίλοι μου έχουν δικαιώματα". Πιστεύω όμως ότι δεν με έβλεπε σαν ανταγωνιστή κι ο ίδιος. "Πολύ μικρός για να μετράει" θα σκεφτόταν. Μου έριχναν κι οι δυο σχεδόν δέκα χρόνια ο καθένας. Καλού - κακού βέβαια είχε βάλει και τον αδερφό του το Γιούσεφ να μ'έχει από κοντά, πράγμα που δε με πείραζε γιατί είχα παρέα έναν ακόμα εργένη. Η σχέση μου με μια Κατερίνα είχε τελειώσει άδοξα, μάλλον λόγω ενός του χωριανού της από την Ασπροβάλτα, κάποιου Γιώργου.
Αυτός ήταν και ο πόνος που μοιράστηκα μαζί της εκείνο το βράδυ του Αγίου Βαλεντίνου καθισμένος στο στενό δωματιάκι της Α. στη φοιτητική εστία του ΑΠΘ. Αφού με παρηγόρησε και με κανάκεψε με ξαπόστειλε στο σπίτι μου στις 40 Εκκλησιές λέγοντας μισο-στεναχωρημένη μισο-χαρούμενη: "Περιμένω να με βγάλει σήμερα έξω ο Μωχάμαντ".
Στη γκαρσονιερα μου, τρεις ώρες, μισό πακέτο και ένα μπουκάλι αργότερα σκέφτηκα ότι είναι μαλακία να κάθομαι να κλαίω τη μοίρα μου ξύπνιος κι ότι είναι καλύτερο να κακομοιριάσω στον ύπνο μου. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα λοιπόν, χώθηκα κάτο από τα σκεπάσματα και περίμενα έναν ύπνο που δε φαινόταν πολύ διατεθιμένος να έρθει να με πάρει. Αντ'αυτού χτυπησε η πόρτα.
Ήταν η Α. αγνώριστη από το κλάμα. "Τι έπαθες"; ρώτησα ανήσυχος. "Ο μαλάκας" απάντησε με λυγμούς, "Ο μαλάκας δεν ήρθε" ξαναείπε κλαίγοντας και άναψε με τρεμάμενα χέρια ένα τσιγάρο. Της έδειξα τη μοναδική μου καρέκλα για να κάτσει. Άναψα κι εγώ τσιγάρο κι έκατσα στο κρεβάτι.Ήταν η σειρά μου να την παρηγορήσω. "Κάτι θα έτυχε ρε Α.", αφού ξέρεις δουλεύει νύχτα, μπορεί κάτι να τον καθυστέρησε. "Τον είδα από το παράθυρο, ήρθε με το αμάξ, πάρκαρε, ανέβηκε στο δωμάτιό του. Μετά το είδα που ξαναβγήκε έξω, πήρε το κωλοάμαξο και την εκανε. Τ'ακούς Κωστή; Ήρθε, στολίστηκε και ξαναέφυγε. Κι εγώ καθόμουνα και περίμενα όλο το βράδυ".
Τοτε άρχισε να μου λέει και τα υπόλοιπα, τα μεθύσια του, τα ντουμάνια του με μαύρο, τις απουσίες του για μέρες. Την άφησα να μιλάει, σχεδόν δεν την άκουγα. Σκεφτόμουνα την Κατερίνα. Λίγες μέρες πριν είχα πάει σπίτι της μ'ένα μπουκέτο λουλούδια. Οι υπόλοιποι επιβάτες στο λεωφορείο κοίταζαν την ανθοδέσμη και σιγοψυθίριζαν κρυφογελώντας. Έφτασα στην πολυκατοικία της Κατερίνας και βρίσκοντας ανοιχτή την εξώπορτα όρμησα στις σκάλες μέχρι τον δεύτερο όροφο που ήταν το διαμέρισμά της. Χτύπησα το κουδούνι. Ονειρευόμουν την έκπληξη, το χαμόγελο που θα ξεσπούσε ολόλαμπρο στη θέα των τριαντάφυλλων, το παραδομένο στη ρομαντική μου πράξη βλέμα της. Άλλη μια συναρπαστική νύχτα ερωτικής συμφιλίωσης. Αντί όλων αυτών άνοιξε την πόρτα εκείνος ο Γιώργος. Φορούσε ένα φακελλάκι. Δε με αναγνώρισε και απορημένος με κοίταξε. Τα ποντίκια του και οι δελτοειδείς του ήταν εντυπωσιακό θέαμα. παλαιστής κανονικός. "Με συγχωρείτε", ψέλισα, "η κυρία Ελένη Δημητρίου εδώ δε μένει"; κατάφερα να ψελίσω. "Όχι", απάντησε ευγενικά. "Αμμμ συγνώμη για την ενόχληση, μαλλον μπέρδεψα τα κουδούνια".
Άφησα το Γιώργο με τους δελτοειδείς του και τα μπράτσα του  σύξυλους και κατέβηκα τις σκάλες κουτρουβαλώντας. Πέταξα τα λουλούδια πίσω από το άσο του θυρωρού και βγήκα στο ξεροβόρι.
Η Α. ακόμα μίλαγε όταν επέστρεψα στο τότε παρόν. Τη σταμάτησα. "Πάψε. Πάμε θα το κανονίσω εγώ το θέμα". Ο θυμός  μου για εκείνη την Κατερίνα που δεν ήταν πια δικιά μου αλλά ανήκε πλέον σ'εκείνον το Γιώργο το μπρατσαρά μεταφέρθηκε αυτούσιος στο Μωχάμεντ. Ξύπνησε μέσα μου ο Κρητικός, και σκέφτηκα ότι κάποιος έπρεπε να πάρει εκδίκηση για την ερωτική αογοήτευση της Α. και μαζί με αυτήν και για όλες τις Α. και τους Κωστήδες που ένιωθαν τέτοια νύχτα ματαιωμένοι και προδομένοι.
Την πήρα από το χέρι και σχεδόν την έσερνα κατεβαίνοντας προς τις Εστίες. Είχε κι η ίδια τρομάξει από το μένος μου και την αποφασιστικότητά μου και δεν είπε κουβέντα μεχρι που την έσπρωξα μέσα στο δωμάτιό της και γύρισα για να φύγω. "Μην του κάνεις κακό" παρακάλεσε. "Μην ανησυχείς" έγρουξα, "ένα μαθηματάκι μόνο, ένα μικρό κρητικό μαθηματακι". κατέβηκα στο ισόγειο της εστίας, και κάθισα στο άθλιο καθιστικό έξω από το κυλικείο. Το κάθαρμα που το είχε ετοιμαζόταν να κλείσει. "θες τίποτα να σου φέρω πριν φύγω Κωστή;" ρώτησε με γλοιώδη ευγένεια το κάθαρμα. "Τον πούλο να φέρεις και να τον πάρεις να φύγετε παρέα" του πέταξα και του γύρισα την πλάτη.
Περίμενα μέχρι που ξημέρωσε, όσο περνούσαν οι ώρες η οργή μου μεγάλωνε. Κάποιοι μπήκαν. Τνάχτηκα. Τελικά ήταν ένα αγκαλιασμένο ζευγάρι φοιτητών. Λίγο πριν ανέβουν τη σκάλα τη φιλήθηκαν διψασμένα. Ζήλεψα. Η ώρα περνούσε, κι άλλο ζευγαράκι, κι άλλο υγρό φιλί. Κι ύστερ κι άλλο, κι άλλο. Λίγο πριν τις 6 το πρωΐ άκουσα θόρυβο αυτοκινήτου. Πάρκαρε. Ήχος από κλειδιά, Στο μισοσκόταδο της εισόδου η ψηλή σιλουέτα του Μωχάμαντ, κινήθηκε προς τις σκάλες τρεκλίζοντας. Περίμενα να ανεβεί, άφησα λίγα ακόμα λεπτά και άρχισα να ανεβαίνω τρέχοντας τις σκάλες. Έμενε στον 5ο όροφο κι όσο λαχάνιαζα στο ανέβασμα τόσο φούντωνα, νόμιζα ότι θα σκάσω. Επιτέλους, έφτασα στην πόρτα του. Χτύπησα 2 φορές με τη γροθιά. Ο ήχος μέσα στ=ε τέτοια ησυχία ήταν λες βγαλμένος σαν από μουσική υπόκρουση θρίλερ. Η πόρτα άνοιξε, τα πράσινα μάτια του Μωχάμεντ ήταν μισοβασιλεμένα μα μόλις με είδε ζωντάνεψαν. "Τι θες"; ρώτησε και ο τόνος του είχε την ίδια ενοχλημένη ηχώ όπως τα λόγια εκείνου του Γιώργου.
"Ρε αρχίδι αυτό που έκανες στην Α. θα το πληρ...".  η χερούκλα του Μωχάμαντ διέκοψε άκαιρα το λογύδριο, με άρπαξε από το πέτο του τζάκετ, με τράβηξε σα βαλίτσα στα χέρια εισπράκτορα των ΚΤΕΛ και με σώριασε στο εσωτερικό του δωματίου. Έπεσα πάνω σ'ένα βρώμικο χαλί και ακολούθησαν τα γυαλιά μου που κύλησαν κάτω από ένα τραπεζάκι. Μαζί τους έπεσαν στο πάτωμα η κρητικη αντριωσύνη μου, το απράμιλλο θάρρος μου και η κοχλάζουσα ορφή μου.
Στάθηκε για λίγο από πάνω μου, ύστερα εβγαλε ένα τσιγάρο το άναψε και φύσηξε τον καπνό ψηλά. Έμεινε εκεί να με κοιτάζει. Δεν τολμούσα να κουνηθώ. Σε μια τέτοια κατάσταση σκέφτηκα θα βγήκε η παροιμία "ψόφιος κοριός".
"Τι θα γίνει τώρα"΄τολμησα να ρωτήσω, εγώ θα κάθομαι μπρούμητα κι εσύ θα με κοιταζεις και θα καπνίζεις;
"Ξέρεις με πόσους τρόπους μπορώ να σε σκοτώσω"; είπε ψυχρά;
"Όχι αλλά δεν έχει σημασία, διότι το αποτέλεσμα θα είναι ακριβώς το ίδιο", κοίτα που βρήκα και θάρρος για χιουμοράκι, σκέφτηκα. Χαμογέλασε και τράβηξε άλλη μια τζούρα από το Marlboro.
Mαζεύοντας λίγη ακόμη αξιοπρέπεια συνέχισα "Αλλά κι εγώ ξέρεις με πόσους τρόπους μπορώ να αντισταθώ;"
"Όχι, αλλά δεν έχει σημασία, διότι το αποτέλεσμα θα είναι ακριβώς το ίδιο" με τάπωσε κι έσκασε στα γέλια. Το χέλιο του ήταν μπάσο, καθαρό και δυνατό. Άρχισα να γελάω κι εγώ.
Ο Μωχάμαντ γελώντας ακόμα, έσκυψε, πήρε τα γυαλιά και μου τα έδωσε.
"Καφέ ή τσάι;" ρώτησε. "Κανένα κρασάκι δεν παίζει να πάει κι η καρδιά μου στη θέση της;"
"Δεν πίνω" με ξάφνιασε. "Τι δεν πίνεις ρε φίλε"; κάγχασα καθώς σηκωνόμουνα και τίναζα σκόνη και τρίχες από πάνω μου. "Εσύ έχεις κατεβάσει το θερμαϊκό απόψε".
"Δεν πίνω ποτό. Αλλά μπορείς να πεις ότι απόψε κάπνισα το ολόκληρο γήπεδο της Τούμπας" με διόρθωσε και μπήκε στο κουζινάκι. Άναψε ένα γκαζάκι κι έβαλε ένα μεγάλο μπρίκι με νερό να βράσει. "Ας πιούμε ένα τσάι να καθαρίσει το μυαλό και μετά θα μιλήσουμε".
Λίγα λεπτά αργότερα καθόμασταν ο ένας απέναντι στον άλλο με δυο κούπες καυτό τσάι.
Έβγαλε έναν φάκελο με φωτογραφίες και μου τον έδωσε. Είδα ένα ωραίο σπίτι, λευκό με έναν καταπράσινο κήπο. Μετά μια BMW 520, μετά ένα σαλόνι. Στην επόμενη φωτογραφία μια παρέα καλοντυμένων ανθρώπων δίπλα σε μια πισίνα να πίνουν αναψυκτικά. Σε μια άλλη είδα μια μεγάλη εξωτερική είσοδο με καμαρα και μια τεράστια καγκελόπορτα. Οι φωτογραφίες έμοιαζαν να βγαίνουν από σκηνικό σαπουνόπερας. πολυτέλεια και πλούτος.
Του έδωσα πίσω τις φωτο κοιτάζοντάς τον ερωτηματικά. Έβγαλε ένα παλιό περιοδικό, το άνοιξε στο σημείο που υπήρχε ένας σελιδοδείκτης και το γύρισε προς το μέρος μου. Το ξεφύλισα. Εκόνες καταστροφής. Πεσμένα ντουβάρια, τρύπες στη γη που έχασκαν, κομμάτια επίπλων διαλυμένα. Είδα και τη θεόρατη καγκελόπορτα πέντε-δέκα μέτρα μακριά από τη διαλυμένη καμάρα, στραβωμένη με τα κομένα σίδερά της να προεξέχουν σαν πόδια εντόμου.
Με ήσυχες κινήσεις μου πήρε το περιοδικό από τα χέρια και μου έδωσε μια φωτογραφία καδραρισμένη. Αντίκρυσα ένα υπέροχο θηλυκό με ένα κίτρινο φουστάνι. Τα μαλλιά της είχαν το ίδιο ανοικτοκάστανο χρώμα με του Μωχάμαντ και τα μάτια της το ίδιο ζαφειρένιο χρώμα. Μου έδωσε ένα άλλο περιοδικό. Βρήκα μόνος μου το σελιδοδείκτη. Είδα την ίδια κοπέλλα, αυτή τη φορά σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Ξεραμένα αίματα στο κάποτε ωραίο πρόσωπο που του έλειπε ένα μάτι. Ένα κενό στο σεντόνι έδειχνε ότι το δεξί πόδι δεν υπήρχε. Και από το χέρι μάλλον λίγα πράγματα είχαν απομείνει.
"Βόμβα" με ενημέρωσε ξερά και πήρε ανάσα.
"Το σπίτι μου έγινε ρεπορταζ στο Time και η αδερφή μου στο Der Spiegel. Η μάνα μου κι ο πατέρας μου δεν ξέρω που είναι. Μάλλον σε στρατόπεδο στο Λίβανο. Το ίδιο και τα άλλα μου αδέρφια. Αν ζουν. Μόνο Ο Γιούσεφ μου έμεινε γιατί κατάφερα να τον πάρω μαζί μου φεύγοντας. Άστα πως φύγαμε. Πολύ δύσκολα. Μέσω της PLO κατάφερα και έφτασα εδώ. Ήρθαμε εδώ ως φοιτητές. Το διαβατηριό μου έληξε. Δεν μπορώ να το ανανεώσω. Ήμουνα μαχητής της Al Fatah. Εκεί κάτω είμαι επικηρυγμένος. Δεν μπορώ να επιστρέψω. Δε θα ξαναδώ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Η αδερφή μου είναι σε ένα ίδρυμα της κακιάς ώρας. Χωρίς πόδι, χωρίς χέρι, χωρίς μάτι και χωρίς κάποιον δικό της κοντά". Μιλούσε σχεδόν ψυχρά, με στεγνά μάτια. Ο δικός του ακρωτηριασμός ήταν εσωτερικός.
"Κάθε φορά που ο κόσμος χαίρεται και γλεντάει εγώ νιώθω ότι θέλω να κάνω εμετό. Οι γιορτές και οι επέτειοι μου φέρνουν αναγούλα το καταλαβαίνεις; Δεν έχω μέσα μου πόνο απλώς, εγώ είμαι ολόκληρος ένας πόνος που έχει μέσα του λίγο άνθρωπο. Αυτόν τον άνθρωπο τον έχω χαρίσει στην Α. Το ξέρω ότι της πέφτει ελάχιστος αυτός ο μικρός άνθρωπος αλλά δεν έχω άλλον. Μακάρι να είχα γιατί και αυτόν πάλι στην Α. θα τον έδινα".
Δε βρήκα καμμιά ζεστή κουβέντα να του πω. Δεν την ήθελε άλλωστε. Ήπια την τελευταία γουλιά από το τσάι που είχε κρυώσει, σηκώθηκα και στράφηκα προς την πόρτα. Σηκώθηκε με ευγένεια και με ξεπροβόδισε. "Να ξανάρθεις όποτε θες" με αποχαιρέτισε.
Ήταν το πιο πικρό τσάι της ζωής μου.

Υ.Γ. Συνέχισα για καιρό να κάνω παρέα με την Α. και το Μωχάμεντ. Ώσπου ένα Πάσχα τον έπιασαν και τον έχωσαν στη φυλακή Διαβατών. Δε θέλω να πω γιατί. Ύστερα χαθήκαμε. Ακόμη κι αν δεν είναι πια μαζί ξέρω ότι η Α. τον αγαπάει ακόμη. Όπως ξέρω κι ότι ο Γιούσεφ δε θα συγχωρέσει ποτέ την εξαφάνισή μου.
Εκείνη η Κατερίνα επέστρεψε κοντά μου λίγες εβδομάδες αργότερα. Δυστυχώς γι'αυτήν την είχε προλάβει μια Σοφία. Η τελευταία φουρκισμένη με την αντίζηλο μου πέταξε ένα μπουκάλι Blue Curacao στο κεφάλι. Δε με πέτυχε αλλά έφυγε. Την ακολούθησα απελπισμένος με τα πόδια μέχρι τα Αναψυκτήρια. Εκεί γνώρισα την Ελένη.
Καλά να είναι και οι τρεις όπου κι αν βρίσκονται.










Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Σπύρος "the Pilot"

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018 0

Άμα με τσάκωνε να γράφω τη νεκρολογία του θα μου έλεγε αυστηρά:
- Τι ψάχνεις να βρεις τώρα ρε φιλιότσο, τον άξονα της γης; ο άξονας της γης είναι νοητός.
- Ρε νονέ, αφού πέθανες, να μη γράψω το κατιτίς μου;
- Και τι είσαι συ, γραφέας επικηδείων;
- Ο βαφτισιμιός σου είμαι νονέ.
- Ναι αλλά εκτός τούτου, και συν τοις άλλοις, φιλιότσο, σημασία έχει ο Μανώλης ο Μαρνιέρος, ο Βαγγέλης ο Σπαντής, ο Γιάννης ο Ζερβός, ο Παπαδογιάννης, ο Γιάννης ο Μέτζος, ο Κωστής, ο Γιώργης τ'Αλεξά, η Μαριάννα και όλοι μα όλοι οι χωριανοί να είναι καλά και να περνάνε ωραία. Και ο σύντεκνος οπωσδήποτε και η συντέκνισσσα.
- Ναι ρε νονέ αλλά μπορεί να μην περνάνε και τόσο καλά τώρα γιατί, μόλις σε θάψανε.
- Ναι, αλλά έκτός τούτου φιλιότσο, σημασία έχει η καλή παρέα και να περνάμε καλά.
- Θυμάσαι τότε, λίγο μετά τη χούντα, που τραγουδούσε ο Ξυλούρης στο Ρέθυμνο και ήμασταν πίσω – πίσω με τους όρθιους νήπιο σχεδόν εγώ και δεν έβλεπα παρά τη ζώνη του παλτού του μπροστινού μου κι εσύ μ’έπιασες και με σήκωσες ψηλά, πάνω από το κεφάλι σου και έβλεπα τη συναυλία;
- Ε και λοιπόν;
- Ε, αυτό έκανες πάντα Σπύρο, σήκωνες τους άλλους ψηλότερα από σένα.
- Ήσουνα μικρός κι αδύναμος εκείνη τη στιγμη γι’αυτό…
- Εσένα άραγε σε βοήθησε κανείς όταν βρέθηκες σε αδυναμία;
- Ναι, πολλοί. Πολλές φορές.
- Εσύ βοήθησες τον εαυτό σου;
- Όχι.
- Γιατί όχι;
- Τι ψάχνεις τώρα ρε φιλιότσο;
- Τον άξονα της γης κι ας είναι νοητός…
- Εφόσον είναι νοητός άστον ήσυχο.
- Καλά νονέ.Θυμάσαι τότε που φύγατε από το σπίτι στην Αθήνα με τον Μαρνιέρο και τον Ζερβό (ή ήταν κάποιος άλλος) και στην επιστροφή δε θυμόσαστε που ήταν το σπίτι;
- Ναι, μόλις είχα μετακομίσει. Χα χα χα !
- Τότε ήτανε που έκλεισες ένα ολόκληρο το ξενοδοχείο για σένα και τους άλλους δυο;
- Χα χα χα, μπορεί, δε θυμάμαι.
- Το γλέντησες Σπύρο.
- Σημασία έχει η καλή παρέα Κωστή, και να περνάμε καλά.
- Ναι τα ξέρω αυτά νονέ. Εσύ πέρασες καλά;
- Ναι.
- Αλήθεια;
- Ναι. Ήμουνε με ανθρώπους που αγαπιόμασταν βαθειά. Κι ας είχαμε και κάτι ψιλοδιαφορές. Σημασία έχει φιλιότσο να υπάρχει καλή θέληση. Και καλή παρέα.
- Τι σημαίνει καλή παρέα νονέ;
- Ο Ιωάννης , ο Μανώλης, ο Κώστας (τση μαρνιεροάννας), ο Γιώργης ο Φώτης, ο Γιάννης τση Βιβής, τα Σπαντιδάκια, τα Κατσαντρεδάκια, ο Παπαδογιάννης, ο Κωστής ο Πετσάς, τα Γαβαλάκια. Κι άλλοι πολλοί. Τα χωριανάκια.
- Θυμάσαι νονέ τότε στο αμάξι, δε θα ‘μουνα ούτε έξι χρονώ που μου δωσες να πιώ από το καπάκι του Τζωνυ Γουόκερ;
- Αμέ. Σε τέθοια ηλικία η γεύση φαίνεται απαίσια.
- Πράγματι, ήταν χάλια.
- Γι’αυτό το ‘καμα φιλιότσο, για να θυμάσαι όταν μεγαλώσεις πόσο χάλια ήταν η γεύση του και να το σιχαθείς.
- Δεν πέτυχε το κόλπο.
- Ωραία! Αυτό το κόλπο είναι καλό όταν δεν πετυχαίνει.
- Θυμάσαι τότε σε κείνο το καταγώγιο στην Ατσιπουλιανή καμάρα που έστρωσες όλο το μπαρ με πεντοχίλιαρα;
- Ήταν η πρώτη φορά που βγήκαμε μαζί φιλιότσο.
- Και τη δεύτερη γιατί δεν έκανες το ίδιο;
- Δεν είχα πεντοχίλιαρα μαζί μου…
- Και γιατί ξεκοκάλιζες τις εφημερίδες νονέ;
- Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ενημερώνεται.
- Γιατί;
- Για να μην είναι μαλάκας.
- Νονέ, ένιωσες ποτέ να σε κάνουν χάζι οι άλλοι αθρώποι;
- Όχι ποτέ. Εγώ τους χάζευα συνήθως.
- Σοβαρά τώρα;
- Ναι. Όταν ο άλλος σε νιώθει αδύναμο φανερώνει την πραγματική του μούρη.
- Και τι μούρες είδες νονέ;
- Να μη σε νοιάζει.Οι αθρώποι δεν είναι ή έτσι ή αλλιώς. Μπορεί να ΄ναι κάτι ενδιάμεσο κατάλαβες; Δεν υπάρχουν διαόλοι και δαιμόνοι. Τη μια γέρνεις οθε γκαι την άλλη στην άλλη μπάντα. Μη βιάζεσαι να κρίνεις. Βασικά μην κρίνεις. Μπορείς όμως να βλέπεις. Να παρατηρείς. Αλλά μην ψάχνεις να βρεις τον άξονα της γης είναι νοητός.
- Νονέ το ξέρεις ότι ούλοι σ’αγαπούσανε στο χωριό.
- Ε μια μπατούλια ναι, μα όχι κι ούλοι.
- Ούλοι νονέ.
- Εσύ μάγαπάς;
- Ναι νονέ.
- Γιάντα;
- Από τη φωτογραφία τση βάφτισής μου νονέ. Με κρατούσες τυλιγμένο σε μια άσπρη πετσέτα και με κοίταζες. Αυτό το βλέμα μ' έκανε να σε αγαπήσω όσο τον πατέρα μου και τη μάνα μου.
- Ήμουνε κοπέλι τότε, οπωσδήποτε το βλέμα μου είχε αθωότητα.
- Ναι αλλά και για τα επόμενα 40 χρόνια και βάλε με κοίταζες με το ίδιο βλέμμα.
- Το βλέμα του κοπελιού;
- Το βλέμα του πατέρα.
- Πνευματικού οπωσδήποτε.
- Εκτός τούτου, και συν τοις άλλοις Οινοπνευματικού!
- Μάλον ηπήρξα κακό παράδειγμα.
- Αφού το ξέρεις νονέ, οι άνθρωποι που μας δίνουν το παράδειγμα απλώς μας παρουσιάζουν κάποες πιθανές επιλογές. Κι εμείς διαλέγουμε.
- Αν δε σου παρουσιάσουν μια κακή επιλογή τότε δε θα τη διαλέξεις.
- Μπορεί όμως τότε να διαλέξεις μια χειρότερη.
- Και τι θα θυμάσαι απο μένα φιλιότσο;
- Ένα από κείνα τα ξημερώματα που οδηγούσα εγώ το μπορντώ Volkswagen σου και επιστρεφαμε στο χωριό. Εγώ εσύ κι ο Παπαδογιάννης. Πετούσα στ’αστέρια.
- Ήμασταν πιωμένοι φιλιότσο.
- Ήμασταν μαζί νονέ.





Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates