Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Sweet Sixteen (Κωνσταντίνου και Ελένης)

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020 0

Η πρώτη ερωτική απογοήτευση μοιάζει με το τέλος του κόσμου: όλα έχουν τερματίσει οριστικά και αμετάκλητα με το χειρότερο δυνατό τρόπο, το μέλλον δεν είναι παρά ένα κενό, η ζωή δεν αξίζει ούτε δεκάρα, η ομορφιά χάθηκε για πάντα, όλα τα καταπίνει μια πύρινη λαίλαπα, τα συνθλίβει μια τρομερή σύγκρουση, τα κονιορτοποιεί μια υπερ-έκρηξη ή τα καταπίνει ένα απύθμενο βάραθρο. Εξαρτάται από το ποια ταινία είδες στην πιο πρόσφατη κοπάνα από το απογευματινό φροντιστήριο της Πέμπτης.
Μετά μεγαλώνεις βέβαια και μαθαίνεις ότι έτσι γίνεται, το σύμπαν σου κάθε φορά καταστρέφεται από έναν έρωτα, εσύ μετά το ξαναχτίζεις για να ματαξανακαταστραφεί από τον επόμενο έρωτα κ.ο.κ. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ό,τι κάθε φορά το σύμπαν που φτιάχνεις είναι ολοένα και μικρότερο κι όταν πια δε μείνει τίποτα για να το ξαναφτιάξεις δε χρειάζεται πια και να ερωτεύεσαι. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
Εγώ τότε περνούσα τον παρθενικό μου Αρμαγεδώνα  τον οποίο και περιέγραφα εκείνο το βράδυ της 21ης Μαίου του 198? στον κολλητό μου το Στέλιο ξαπλωμένος στον καναπέ του σπιτιού του στο Μασταμπά Ρεθύμνου.
Ο υπομονετικός και ευγενής ακροατής μου κάποια στιγμή με διέκοψε διακριτικά:
- Άντε ρε μαλάκα μας τα ‘χεις ΄πρήξει με τη μαλακισμένη. Γρόθε.
- Δεν είναι μαλακισμένη.
- Είναι ρε, είναι. Σε χαμούρευε για να περάσει η σχολική χρονιά και μόλις ήρθε ο γαμίκος από την Αθήνα κλάσιμο. Έτσι κάνουνε;
- Ρε μαλάκα την αγαπάω.
- Να βρεις καμμιά να πηδήξεις να ξελαμπικάρεις.
Για το Στέλιο το γαμήσι ήταν η καλύτερη λύση στα αισθηματικά και γενικώς στα ψυχολογικά  θέματα. Εδώ που τα λέμε όσο ήταν με γυναίκα (πολύ συχνότερα από μένα φυσικά)  είχε φοβερά κέφια. Τις σπάνιες φορές που δεν είχε γκόμενα ήταν όλο γκρίνια.
- Γιορτάζεις ρε παπάρα, θα κατέβουμε παραλία, θα πάμε να την αράξουμε στο Λαβύρινθο στο μπαράκι, γεμάτο γυναίκες είναι, θα πλακωθούμε και στα μπακάρντι-κόλα και γαῖα πυρὶ μιχθήτω.
Έλεγε κάτι τέτοια λογιότατα και πάθαινα πλάκα. Εκείνος έπρεπε να είχε διαλέξει την επόμενη χρονιά  3η δέσμη όχι εγώ. Στο μεταξύ από το μέσα δωμάτιο βγήκε ο μεγάλος του αδερφός ο Αντρέας, που τον φώναζαν και Αντώνη – ή αντίστροφα δε θυμάμαι. Παλικάρι, άνθρωπος της δουλειάς, ευθύς και βαρύς κάπως, ακόμα και τα καλαμπούρια του ήταν σοβαρά.  Άναψε ένα
John Players Special με έναν επίχρυσο (ή χρυσό;) αναπτήρα, σίγουρα χαρισμένο από τουρίστρια και με έδειξε με το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο σαν αρχιμαφιόζος που έδινε εντολή να με καθαρίσουν:
- Πάλι καψούρης είναι αυτό το βλαμμένο.
Ξεκρέμασε ένα σκούρο μπουφάν από την κρεμάστρα του διαδρόμου, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε για δουλειά. Ο Στέλιος με σκούντηξε.
- Έλα κάνε ένα μπάνιο, βρομύλε μέχρι να ντυθώ και φύγαμε.
- Δεν έρχομαι. Πάω σπίτι.
- Τι; Στη γιορτή σου; Χαζός είσαι ρε;
- Δεν είμαι για τίποτα ρε φίλε.
Εδώ που τα λέμε πράγματι δεν ήμουν. Το πρωΐ η Σ. μου είχε μηνύσει με μια φίλη της που είχε κάνει κοπάνα για να δει τον δικό της στο σχολείο μας ότι ήθελε να μου πει. Ωχ!
Την τελευταία ώρα είχαμε θρησκευτικά και όσο κι αν συμπαθούσα τη Ρένα που  προσπαθούσε να μας διδάξει τη διαφορά μεταξύ Προτεσταντών και Αγγλικανών, ήταν ιδανική ώρα για κοπάνα, βούτηξα λοιπόν το παπί του Γιώργη του Σήφακα κι ανηφόρισα στο 1ο Λύκειο. Εκεί φοιτούσε η δέσποινα των λογισμών μου, η αρχοντοκαψούρα μου, το αντικείμενο του πόθου μου και η κύρια αιτία που είχαν κατακρημνισθεί οι βαθμοί μου στη Β’ Τάξη του ΕΠΛ, ενώ είχαν εκτοξευθεί οι απουσίες μου. Ήξερα ότι εκείνη είχε γυμναστική, άρα θα καθόταν καπνίζοντας πίσω από τις τουαλέτες μαζί με τις άλλες 2 χάριτες, τις κολλητές της, που δε θυμάμαι ούτε πως τις έλεγαν ούτε πως ήταν, διότι μπροστά στην Σ. όλες οι άλλες κοπέλες έσβηναν σαν κεράκια σε ανεμοστρόβιλο. Πως ήταν; Λοιπόν, θυμόσαστε στη
Michelle Pfeiffer στο «Scarface” με τον Al Pacino; Αν η Michele είχε μακρύτερα μαλλιά θα έφτανε σε ομορφιά την Σ. Μόλις με είδαν τα δυο σβηστά κεριά, εξαφανίστηκαν σιγομουρμουρίζοντας κάτι η μια στην άλλη. Κακό σημάδι αυτό. Η Σ. όρθια, με παρατηρούσε καπνίζοντας να την πλησιάζω.
Γιατί ρε πούστη μου σε κάθε στιγμή με ένταση υπήρχε κι ένα τσιγάρο τότε, σε ταινία παίζαμε;  Αυτό το σκέφτηκα τώρα βέβαια, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόμουν τίποτα, μόνο έβλεπα. Όταν την έφτασα, ψέλλισα ένα γεια και δοκίμασα να χαμογελάσω, αλλά μάλλον μου βγήκε η ανόητη γκριμάτσα του Σταν Λόρελ (ο Λιγνός) μετά από σφαλιάρα που του είχε ρίξει ο Όλιβερ Χάρντι (ο Χοντρός).
Η Σ. δεν τα πήγαινε καλά με τους προλόγους: «Άκου ρε Κώστα, το σκέφτηκα και νομίζω ότι είναι καλύτερα να μείνουμε φίλοι. Άλλωστε έτσι αρχίσαμε, φίλοι, κολλητοί, καλά δε περνάγαμε; Ακούγαμε τις μουσικές μας, πηγαίναμε για καφέ, κάναμε βόλτες».
Κουβέντα για τον άλλο, δεν ήξερε πως ο αδερφός της μου είχε ξεράσει ότι ο τύπος είχε κατέβει από Αθήνα χτες. Άρχισα να ψάχνω μανιωδώς κάποια πετυχημένη απάντηση, ένα αντεπιχείρημα, τι αντεπιχείρημα να βρεις στην απόρριψη; Έστω ας βρω να πω κάτι άνετο, μη χάσω και την ανδρική μου αξιοπρέπεια. Μόνο να μη μου πει ότι είμαι καλό παιδί, τα καλά παιδιά είναι αγάμηδες, καληνυχτάκηδες, αξιολύπητοι, κάτι σαν χαζές φιλενάδες με κοντά μαλλιά και πέος. Αχ, Θεέ μου ας μη με αποκαλέσει καλό παιδί παρακάλεσα από μέσα μου.
Συνέχισε αδυσώπητη: «Είσαι καλό παιδί ρε Κώστα, σου αξίζει το καλύτερο, το ξέρεις ότι σ’αγαπώ αλλά όχι με τον τρόπο που θα ‘θελες εσύ, κατάλαβες»;
«Ναι», είπα. Δε βρήκα τίποτε άλλο, ένα ξερό και μαραμένο ναι για αποδοχή της ήττας. Τουλάχιστον δε θα πει ποτέ ότι ήμουν φλύαρος όταν τα χαλάσαμε. Έβγαλα ένα
Camel, και άρχισα να ψάχνω για αναπτήρα. Δεν έκανε τον κόπο να μου ανάψει εκείνη όπως έκανε άλλοτε.
«Πρέπει να φύγω ρε Κώστα, ο μαλάκας θα πάρει απουσίες σε λίγο και πρέπει να είμαι στην αυλή του σχολείου. Γειά». Έσβησε το τσιγάρο στον τοίχο με τα γκράφιτι, το πέταξε περιφρονητικά  κάτω και το πάτησε. Μαζί με τη ραγισμένη καρδιά μου.
-          Ρε μαλάκα σου μιλάω, φώναξε ο Στέλιος.
-          Πάω σπίτι σου λέω.
-          Γιατί;
-          Γιατί είμαι δυστυχισμένος.
-          Αν δεν είσαι έτοιμος σε 15 λεπτά θα σε πλακώσω στα μπουνίδια και θα γίνεις ένας δυστυχισμένος με σπασμένα μούτρα.
-          Μακάρι να το έκανες.
-          Ετοιμάζομαι.
Τον κοίταξα, κι έβαλα τα κλάματα. Με έπιασε από τους ώμους μαλακωμένος.
-          Θα περάσει ρε Κωστάκη, έτσι είναι οι γκομενοδουλειές, σήμερα χυλόπιτα αύριο γλωσσόφιλα. Ξεκόλλα, πάμε να περάσουμε ωραία στη γιορτή σου
-          Δεν θα είμαι και καλή παρέα ρε Στέλιο, θα μαυρίσω κι εσένα με τις μαλακίες μου.
-          Μου ‘χεις κάνει την καρδιά περιβόλι, μου χάλασες το κέφι και μου γάμησες τη διάθεση. Άρα τώρα είσαι υποχρεωμένος να με βοηθήσεις να φτιάξει το κέφι μου.
Τελευταίο οχυρό:
-          Δεν έχω λεφτά, θα σε κεράσω το Σάββατο που θα έχω.
-          Πφφφ, σε τρεις μέρες! Τι λές ρε γρόθε; Εγώ θέλω σήμερα. Άλλωστε  εγώ κερνάω.
Πήγε στην κρεμάστρα, έβαλε το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού (πάντα σακάκι φόραγε από μια εποχή και μετά ο Στέλιος) έβγαλε ένα μάτσο χιλιάρικα και τα πέταξε στο τραπέζι του σαλονιού.
- Το δώρο για την ονομαστική σου εορτή κύριε καψούρη!
Ο Στέλιος είχε πάντα λεφτά διότι πάντα δούλευε σαν σκυλί. Κι εγώ δούλευα τ’ απογεύματα βοηθός σερβιτόρος στο
Bella Pais, αλλά εκείνος δούλευε κανονικός πρώτος στη Σαμαριά. Καλό μεροκάματο και τρελά πουρμπουάρ από τους τουρίστες που εκείνη την εποχή συνέρρεαν  στο Ρέθυμνο από τον Απρίλη! Ελλείψει άλλων επιχειρημάτων λοιπόν, μπήκα ανόρεχτα να κάνω μπάνιο και να ντυθώ. (Είχα φέρει από την προηγούμενη κάτι ρούχα). Επέστρεψα καθαρότερος αλλά το ίδιο απαρηγόρητος.
Βγήκαμε έξω όπου συναντηθήκαμε με μια γλυκύτατη μαγιάτικη βραδιά. Ακούγαμε τον μακρινό αχό της πόλης από κάτω μας που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει το γλέντι που θα κρατούσε ως το πρωΐ, με κεφάτους τουρίστες που θα γέμιζαν  τις καφετέριες και τα μπαρ της παραλίας και του λιμανιού και εορτάζοντες με τις παρέες τους. Έξω από το σπίτι ήταν σταματημένο ένα ταξί. Έκανα να προχωρήσω προς το δρόμο.
-          Που πας ρε χαμένε; Έγρουξε ο Στέλιος.
-          Που πάω ρε, δε θα κατέβουμε παραλία;
-          Αμέ, αλλά όχι με τα πόδια. Κάλεσα έκτακτη βοήθεια τηλεφωνικώς.
Άνοιξε τη πίσω πόρτα του ταξί και μου έκανε ένα μεγαλοπρεπές νεύμα:
- Περάστε κύριε εορταζόμενε, καψούρη.
Βολευτήκαμε στα δερμάτινα καθίσματα της
Mercedes και καλησπερίσαμε τον ταξιτζή.
-          Που πάνε τα παιδιά, έκανε κεφάτα ο σωφέρ;
-           Όπου θέλουνε, απάντησε ο Στέλιος. Οδήγα και θα σου πούμε που θα σταματήσεις.
Μας κοίταξε εξεταστικά από τον καθρέφτη, μάλλον ήταν θαμώνας, όχι μάλλον, έπινε φραπέ μέτριο με γάλα στο Bella Pais!
-          Οκ!
Κυλίσαμε την κατηφόρα, διασχίσαμε κάθετα τη Μοάτσου, στρίψαμε δεξιά στη Λεωφόρο Κουντουριώτη, μετά αριστερά προς την πλατεία Άγνωστου στρατιώτη και μετά πάλι δεξιά και παράλληλα με την παραλία με τις ομπρέλες και της ξαπλώστρες.
Η Θάλασσα χρύσιζε από ένα μισογεμάτο φεγγάρι, το αεράκι από τα ανοιχτά παράθυρα μας χάιδευε τα πρόσωπα καθώς τα φώτα της πόλης βόλταραν στην αντίθετη από εμάς κατεύθυνση.
Ακούγαμε το γουργουρητό της μηχανής και κάτι βαριά λαϊκά από το
Pioneer κάτω από το ταξίμετρο στην κονσόλα με δεκάδες φωτεινά πραγματάκια. Διακόπτες, κουμπάκια, κοντέρ, στροφόμετρο. Πήρα μια βαθιά ανάσα.
- Φίλε, το δυναμώνεις;
«Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσοοοοος, πότε κόλασηηη και πότεεε ο Παράδεισοοοοος» σημείωνε εμφαντικά ο Στράτος Διονυσίου και ο Στέλιος το συνόδευε με αλλαγμένους τους στίχους:
«Της γυναίκας το μ…….»
Είδα τον ταξιτζή από τον καθρέφτη να γελά. Έβαλα κι εγώ τα γέλια.
Η παραλιακή τέλειωσε και στρίψαμε δεξιά πάλι, πιάσαμε τα Περβόλια μετά τα Μισσύρια, περάσαμε τον Πλατανιά με τα εκατοντάδες ξενοδοχεία, καφέ, τουριστικά μαγαζιά, παγωτατζίδηκα, μπαρ. Το ταξί πήγαινε αργά γιατί ο κόσμος διέσχισε μπουλουκηδόν το δρόμο.
Ξαφνικά ο Στέλιος πετάχτηκε:
- Πω - πω ένα μωρόόόόό.
Κοίταξα προ τα εκεί που έδειχνε. Πράγματι ένα ξανθό θηρίο με φιδίσια κορμοστασιά και ολόσωμη κολλητή φόρμα βάδιζε αργά σχεδόν τελετουργικά σκορπώντας ρίγη.
-          Κοίτα ρε καψούρη να δεις τι κυκλοφορεί κι εσύ κάθεσαι και κλαις τη συχωρεμένη.
-          Δε λέω καλή.
-          Δε σε βλέπω ζωηρό.
-          Θα ζωηρέψω.
-          Το καλό που σου θέλω. Δε γυρνάμε πίσω αν δε σε δω να γελάσεις. Ή να καμακώσεις γκόμενα. Φίλε, αν μπορείς βάλε κάτι πιο αλέγκρο. Μαυρίσαμε με το βαρύ πυροβολικό.
Ο καλός ταξιτζής, χαμογελώντας πάντα, πάτησε το μπουτόν, έβγαλε την κασέτα, και από την τσέπη της πόρτας έβγαλε μια άλλη την οποία τάισε το κασετόφωνο.
- Αυτή την έχω για δύσκολες περιπτώσεις, έκανε.
«Είμαστεεε αλάνιααα, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσααααα, και δε μας τρομάάάζουν, οι φουρτούνες τη δικά μας ράτσαααα»!
Οι τουρίστες κοίταζαν παραξενεμένοι το αυτοκίνητο με τον Τσιτσάνη που τον συνόδευαν κάτι παράφωνοι δεκαεξάρηδες.
Η παρέλαση ξενοδοχείων και καταστημάτων αραίωσε μετά από λίγο. Τον Τσιτσάνη διαδέχτηκε ο Χρηστάκης:
«
Θα ζήσω ελεύθερο πουλί κι όχι κορόιδο στο κλουβί για μια μονάχα θηλυκιά να κελαηδάω θα χτίσω είκοσι φωλιές κι άμα γουστάρω αγκαλιές από κανάρα σε κανάρα θα πετάω».
-          Άκου καψούρη να μαθαίνεις.
Είχα ήδη αρχίσει να αισθάνομαι καλύτερα. Ωραίο αντικαταθλιπτικό η φιλία…
- Παιδιά, τώρα που σας πάω;
Ήταν η σειρά μου να δώσω εντολές.
-          Βγες στην εθνική προς Ηράκλειο. Πάμε προς Μαρελίνα. Λίγο πριν είναι το ξενοδοχείο Γόρτυνα. Του μπάρμπα μου. Εκεί που δουλεύω το καλοκαίρι. Πισίνα, Μπακάρντι και γερμανίδες.
-          Ό,τι δηλαδή χρειάζεται δηλαδή ένας γενναίος άντρας, παρατήρησε ο Στέλιος.
Το pool bar ήταν ωραιότατο, ο μπάρμαν με θυμήθηκε και με άφησε να φτιάξω τα ποτά μας (φυσικά  έβαλα διπλή δόση Bacardi) και κάτσαμε τρισευτυχισμένοι να τα απολαύσουμε δίπλα στο γαλάζιο φωτιστικό (ο σωστός ορισμός της πισίνας). Ρουφάγαμε το παγωμένο ζουμί, και κουδουνίζαμε στο αυτί μας το ποτήρι με τα παγάκια. Καπνίσαμε κουβεντιάζοντας ένα εκατομμύριο τσιγάρα και ήπιαμε ένα μπουκάλι ρούμι. Ξέχασα και τη Σ. και τη λιωμένη καρδιά μου που είχε γίνει μια κόκκινη στάμπα στο δρόμο έξω από το 1ο Λύκειο.  Στο τέλος ξέχασα και το σύμπαν μου που καταστράφηκε ολοσχερώς και αποφάσισα να φτιάξω άλλο ένα και να το καταστρέψω κι αυτό αν ποτέ χρειαστεί.  Κοίταξα με απέραντη ευγνωμοσύνη το ανοιχτόχρωμο πρόσωπο του κολλητού μου. Το αποτύπωσα τόσο καλά μέσα μου, που όποτε ανακαλώ την ανάμνηση το ξαναβλέπω απαράλλαχτο.
Α, ναι! υπήρχαν και κάτι Γερμανίδες πράγματι, όμως η νεότερη ήταν 60 χρονών, αλλά δε μας πείραζε, εκείνη την ώρα μόνο η καλή παρέα μέτραγε. Και το ταξίμετρο της κούρσας που μας περίμενε στο δρόμο.


Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020

Ο καλός νοικοκύρης και η σκιά του

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2020 0


 
Ο καλός νοικοκύρης εκείνο το ηλιόλουστο Σάββατο, γυάλιζε το αυτοκίνητο του κάτω από την πυλωτή της πολυκατοικίας, όταν είδε τον Ξένο να περιφέρεται έξω στο δρόμο. «Τι ‘ναι πάλι τούτος;» αναρωτήθηκε εκνευρισμένος, «δε φτάναν οι πλατείες στο κέντρο, δε φτάναν τα νησιά μας, σε λίγο θα μπαίνουν και μέσα στα σπίτια μας οι λαθραίοι». Στάθηκε και τον παρακολουθούσε, ενώ το δεξί του χέρι που κρατούσε το γυαλιστικό πανί, συνέχισε τις κυκλικές του κινήσεις πάνω στο καπό, εντελώς αδιάφορο για την αιτία του εκνευρισμού του ιδιοκτήτη του.  
Εκείνος, ο Ξένος, κοίταζε γύρω του έκπληκτος, λες και κάποιο γιγάντιο χέρι τον είχε πάρει ξαφνικά από εκεί που ήταν και τον τοποθέτησε στη μέση ενός δρόμου που δεν είχε ξαναδεί, σε μια άγνωστη συνοικία μιας πόλης που δεν ήξερε το όνομά της. Ήταν κοντούλης, αδύνατος και πολύ μελαχρινός, με ρούχα φτηνά, ξεθωριασμένα και γεμάτα σκόνη, πολλή σκόνη. Ο καλός νοικοκύρης σκέφτηκε ότι αν του έδινε μια γερή στην πλάτη, όλη αυτή η σκόνη θα σήκωνε τέτοιο σύννεφο που θα σκέπαζε τη γειτονιά ολόκληρη. Ένιωσε το λαιμό του να ξεραίνεται και ξεροκατάπιε.
Ο δρόμος ήταν έρημος, οι υπόλοιποι καλοί νοικοκύρηδες αναπαύονταν ήσυχοι στα διαμερισματάκια τους μετά το σαββατιάτικο γεύμα, βλέποντας σειρές και εκπομπές με σοφούς αστρολόγους και ιλουστρασιόν σελέμπριτυ. Ο Ξένος συνέχιζε να κοιτά προς όλες τις κατευθύνσεις νευρικά σαν σπουργίτι αλλά αυτό που έβλεπε αντί να του δίνει κάποια αναγνωρίσιμη πληροφορία επέτεινε την απορία του, που τώρα φαινόταν να είναι ανακατεμένη και με φόβο. Όπως ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή το βλέμμα του συνάντησε εκείνο του καλού νοικοκύρη που πέταξε τη βούρτσα σε έναν κουβά, προχώρησε προς την έξοδο της πυλωτής και στάθηκε με τα χέρια  στη μέση απέναντι από τον Ξένο. Εκείνος μισο-χαμογέλασε και έβαλε το χέρι στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του και έβγαλε ένα κινητό δείχνοντάς του με το άλλο χέρι την υποδοχή για το φορτιστή.
«Νο μπάτερυ σερ,  νο μπάτερυ. Τέλεφον νο μπατερυ».
«Φύγε από δω ρε. Να πας να στο φορτίσουν αυτοί που σ’έφεραν. Ούστ!»
«Σερ, Λωφορείο άλλο στάση κοιμώθηκα. Νο μπάτερυ.  Πλιζ. Εγώ νο μάνευ.»
Πρόφερε πολύ παράξενα το «ρο» σχεδόν γλυκά, όπως η πεντάχρονη κόρη του καλού νοικοκύρη όταν του έκανε νάζια. Αυτό τον εκνεύρισε περισσότερο. Έκανε άλλο ένα βήμα και στάθηκε κοιτώντας τον αφ’ υψηλού – του έριχνε ενάμιση κεφάλι. Τα μάτια του ξένου ήταν μαύρα και το ασπράδι τους είχε κίτρινες σκιές πράγμα που του φάνηκε αποκρουστικό και δυσοίωνο. «Δίνε του ρε σου λέω, ακούς; Σιγά μη σε χαρτζιλικώσω κιόλας» Σήκωσε το χέρι του και με το δείκτη του έδειξε αριστερά  προς το τέλος του δρόμου.
«Δίνε του, εκεί κάτω στη λεωφόρο είναι γεμάτο ζητάδες, θα σε περιποιηθούν όπως πρέπει. Άντε, κοπάνα τη».
Ο Ξένος γύρισε το κεφάλι ακολουθώντας την κατεύθυνση που του έδειχνε σα να του είχαν πετάξει μια μπάλα, αλλά δεν έδειξε να καταλαβαίνει. Ξαναστράφηκε στον καλό νοικοκύρη και έκανε να σηκώσει ξανά το τηλέφωνο προς το μέρος του. Ο άλλος απάντησε μ’ ένα κοφτό χτύπημα στο χέρι που έκανε τη συσκευή να εκσφενδονιστεί στην άλλη άκρη του δρόμου. Ο Ξένος έτρεξε να το πιάσει αλλά αυτός τον ακολούθησε σβέλτα και με μια κλωτσιά το έστειλε προς τα εκεί που λίγο πριν του έδειχνε με το δάκτυλο. Αυτό επαναλήφθηκε άλλες δυο μπορεί και τρεις φορές μόνο που την τελευταία το κλώτσησε προς το μέρος του.
«Πάρε το μαραφέτι σου και δίνε του.Τι δεν καταλαβαίνεις ρε γαμώ το σπίτι σου γαμημένε; Φύγε σου λέω».
Ο Ξένος νικημένος έσκυψε, μάζεψε το τηλέφωνό του, σκούπισε τη σκόνη του δρόμου από πάνω του, βεβαιώθηκε ότι δεν είχε σπάσει και χωρίς να ξαναστραφεί πήρε γρήγορα  την κατηφόρα.
«Να ξεβρωμίσει ο τόπος», ψιθύρισε ανακουφισμένος ο καλός νοικοκύρης και στάθηκε να παρακολουθεί τον ηττημένο εισβολέα μήπως και του έμπαινε η ιδέα να επιστρέψει. Έβλεπε τη λιγνή σιλουέτα να βαδίζει κόντρα στον απογευματινό ήλιο που ετοιμαζόταν να βουτήξει πίσω από τα ψηλά κτίρια του ορίζοντα και καθώς έλουζε τον ξένο με ένα ξέπνοο φως σχημάτιζε μια σκιά η οποία περπάταγε πίσω του με τον παράδοξο δισδιάστατο τρόπο που περπατούν οι σκιές.
Και τότε την είδε: Δίπλα σ’ εκείνην του Ξένου βάδιζε μια άλλη σκιά!
«Έλα Παναγία μου» μουρμούρισε και έβαλε τη δεξιά του παλάμη στο μέτωπο για να δει καλύτερα στην αντηλιά. Πράγματι, υπήρχε η δεύτερη σκιά και όχι μόνο αυτό αλλά φαινόταν σηκωμένος και ο δεξιός της αγκώνας. Κατέβασε το χέρι του απότομα όπως όταν τελείωνε τον χαιρετισμό στους ανωτέρους του στο στρατό – έκανε το ίδιο και η σκιά. Σήκωσε ψηλά το χέρι – το σήκωσε και η σκιά.
Σήκωσε και το άλλο – το σήκωσε και η σκιά. Έτσι όπως ήταν στη μέση του δρόμου άρχισε να χοροπηδά και να κουνά χέρια και πόδια – το ίδιο και η σκιά!
Πανικόβλητος χαμήλωσε το βλέμμα και  κοίταξε χάμω, μπροστά, πίσω, δεξιά, αριστερά δεν υπήρχε πουθενά η σκιά του. Ξανασήκωσε το κεφάλι και είδε τον ξένο με τις δυο σκιές να φτάνει στο τέρμα του δρόμου που έβγαζε στην κεντρική οδική αρτηρία. «Γύρνα πίσωωωωω» φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του, μα η πολύβουη λεωφόρος την έσβησε και ο Ξένος ήδη έστριβε δεξιά.
Άρχισε να τρέχει όσο του επέτρεπαν τα πόδια του, έφτασε ασθμαίνοντας στη γωνία, έπεσε σχεδόν πάνω σε έναν ποδηλάτη που τον έλουσε με βρισιές, τον αγνόησε, έστριψε και βρέθηκε μπροστά στο άδειο πεζοδρόμιο.
Συνέχισε να τρέχει και να φωνάζει υστερικά για λίγο, μέχρι που κάτι ζητάδες αραγμένοι σε ένα καφέ τον σταμάτησαν και του ζήτησαν να πάψει τις φωνές και να τους εξηγήσει τι συμβαίνει. Άρχισε να ουρλιάζει ότι ένας ξένος του έκλεψε τη σκιά. Οι ζητάδες στην αρχή γέλασαν και μετά του ζήτησαν να ηρεμήσει και να τους δείξει μια ταυτότητα. Όταν εκείνος συνέχισε τα ουρλιαχτά, του πέρασαν χειροπέδες και κάλεσαν με τον ασύρματο ένα περιπολικό να τον μαζέψει. Όταν η κούρσα με το μπλε καρούμπαλο έφτασε, βρήκε έναν άνθρωπο με κόκκινα από την πίεση μάτια να ουρλιάζει φτύνοντας σάλια και βγάζοντας αφρούς στις άκρες των χειλιών. Ο υπαρχιφύλακας έκρινε ότι πρόκειται σαφώς για ψυχιατρικό περιστατικό, δήλωσε αναρμόδιος και κάλεσε με τη σειρά του ασθενοφόρο. Την ώρα που τον έσερναν δεμένο μέσα στο κίτρινο όχημα, περνούσε μια κυρία με το παιδάκι της. Ο πιτσιρικάς άρχισε να τραβά τη μάνα του από το μανίκι «μαμά - μαμά κοίτα οι άλλοι κύριοι έχουν σκιές αλλά ο κύριος που φωνάζει δεν έχει», η μαμά τράβηξε ενοχλημένη το βλέμμα από το κινητό της και κοίταξε τον μικρό επικριτικά: «δε σου ‘χω πει να μη λες βλακείες;» και τον τράβηξε απότομα γιατί ήθελε να προλάβει να βγάλει μια σέλφι στη βεράντα πριν πέσει για τα καλά ο ήλιος.

...
Δεν τον ξαναείδαν ποτέ στη γειτονιά. Η γυναίκα του με τα παιδιά μετακόμισαν 2 χρόνια αργότερα γιατί το αγορασμένο με δάνειο διαμέρισμα κατασχέθηκε από την τράπεζα. Το μισο-γυαλισμένο αμάξι είχε προ πολλού πουληθεί σε έναν μαντρατζή που το πήρε για ψίχουλα και ο κουβάς με το γυαλιστικό  έγινε λεία ενός καλού οικογενειάρχη του πρώτου ορόφου, ο οποίος πολύ σωστά έκρινε ότι ο ιδιοκτήτης του δε θα τον ξαναχρειαζόταν.
 

Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

Κλαίγοντας και χορεύοντας

Σάββατο, 11 Απριλίου 2020 0



2003, Σαββατόβραδο στο Μπαρ του Σωτήρη στη Φωκίωνος Νέγρη.
- Χαίρω πολύ κύριε Κοροβέση.
- Περικλής καλύτερα, χωρίς το κύριε.
- Κώστας, εβίβα.
- Εβίβα. Τι κάνεις εδώ Κώστα;
- Παίζω μουσική.
- Θα παίξεις Creedence Clearwater Revival;
- Αμέ.
Μάταια προσπαθούσε να δείξει ότι ήταν κεφάτος. Στην πραγματικότητα απέναντί μου είχα έναν συντετριμμένο άνθρωπο γύρω στα 60 και κάτι. Είχε μπει λίγα λεπτά νωρίτερα στο μαγαζί, σταυροφιλήθηκαν ζεστά με τον ιδιοκτήτη (ο Τσάμπ αργότερα μου είπε ότι τον ήξερε από το μπαρ του Κόμη στο Γαλάτσι), έκατσε δίπλα μου, παράγγειλε μια βότκα σκέτη και άρχισε να κάνει ότι κι εμείς οι υπόλοιποι εκεί μέσα: να πίνει και να καπνίζει αμίλητος. Κάποια στιγμή που είδε το δικό μου ποτήρι να αδειάζει έκανε νόημα στον Τσάμπ, ο οποίος με ξανα-σέρβιρε χωρίς να πει κουβέντα, μόνο μια κίνηση των ματιών έκανε για να καταλάβω από πού ήρθε το κέρασμα. Τσουγκρίσαμε.
- Έχεις κάτι Περικλή;
- Σκατά.
- Τι πράμα; ΡΕ ΣΩΤΗΡΗ ΧΑΜΗΛΩΣΕ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ, 5 άνθρωποι είμαστε εδώ.
- Σκατά λέω.
- Τι έγινε;
- Κακώς του είπες να το χαμηλώσει, θα μας ακούσουν. Πάμε έξω.
- Κι υπόλοιποι άγνωστοι είναι όπως εγώ.
- Απλώς δε θέλω να με ακούν περισσότεροι από ένας αυτή τη στιγμή, ντάξει;
Κάτσαμε στο πεζούλι της πόρτας. Μπροστά μας το βογκητό των αυτοκινήτων και πίσω μας ο υπόκωφος βόμβος της μουσικής που τον έπνιγαν τα διπλά τζάμια. Τον πήραν τα δάκρυα. Βλαστήμησε.
- Για πες.
- Πριν από λίγο βγαίνοντας από το σπίτι με σταμάτησε μια πιτσιρίκα. Όμορφη. Μου λέει , θείο να σου πάρω μια πίπα για 5 ευρώ; Έμεινα κάγκελο, ένα κοριτσάκι σαν τα κρύα τα νερά, παιδάκι σχεδόν και να παρακαλάει να γλείψει έναν κωλόγερο για να μαζέψει λεφτά για πρέζα! Καταλαβαίνεις τι κοινωνία έχουμε φτιάξει γαμώ το διάολό μου; Πως τα έχουμε χέσει έτσι;
- Εσύ τι έκανες;
- Προσπάθησα να της μιλήσω, αλλά βρισκόταν στα πρόθυρα στερητικού, ήταν πανικοβλημένη, πρωτάρα, μάλλον πρόσφατα είχε φύγει από το σπίτι της ή έμενε ακόμα με τους δικούς της. Δεν ξέρω. Δεν άκουγε, ήθελε μόνο λεφτά, της έδωσα ένα εικοσάρικο και εξαφανίστηκε. Ύστερα ήρθα εδώ.
- Πάμε μέσα.
- Θα βάλεις CCR;
- Τα ‘παμε. Ποιο θες;
- Το Proud Mary.
- Ωραία, το έχω σε βινύλιο. Θ’ακούς και τα σκρατς.
Πράγματι το έπαιξα. Εκείνος σηκώθηκε και το χόρεψε με σοβαρότητα. Δεν έχω δει άνθρωπο να χορεύει έτσι. Σκυφτοί οι ώμοι, κυρτωμένη ελαφρά η πλάτη, τα χέρια κρεμασμένα άψυχα, μόνο τα βήματα ήταν πιο κουρντισμένα, κάτι σαν ένα ζεϊμπέκικο αλλά σε άλλο χρόνο.
Μόλις τέλειωσε το κομμάτι, επέστρεψε στο μπαρ, αποτελείωσε τη βότκα του, έχωσε ένα χαρτoνόμισμα κάτω από το ποτήρι, έστειλε ένα νεύμα χαιρετισμού στο Σωτήρη, άλλο ένα σε μένα και ξεμπούκαρε.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Τζόκερ

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019 0

Χτες βράδυ ονειρεύτηκα ότι είχαμε κάμει πάλι κοπάνα από το φροντιστήριο και είχαμε πάει να δούμε τσόντα στο "Καρτάλειο". Ξαφνικά άναψαν τα φώτα και στην αίθουσα όρμησαν μέσα οι μπάτσοι και ο γυμνασιάρχης. Ο τύπος αυτός μας πλάκωνε στα σκαμπίλια σε κάθε ευκαιρία. Κι ήτανε και στέλεχος του ΚΚΕ πανάθεμάτονε.
Ήμασταν στα πίσω καθίσματα όπως πάντα, και οι ηλίθιοι άφησαν τον αργοκίνητο δημόσιο να προηγηθεί - μάλλον ανυπομονούσε να μας περιλάβει. Έτσι όπως προσπαθούσε να τρεξει στο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, προλάβαμε να δούμε τη φαλάκρα να γυαλίζει από τον ιδρώτα, σάλια να φεύγουν από το μισάνοιχτο στόμα και τη γλώσσα να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα δόντια. Ρε σεις, δε μοιάζει σαν κλόουν; έκανε ένας. Ναι, σαν τον Μπόζο από τα γαριδάκια! Σκάσαμε στα γέλια, σβήσαμε τα τσιγάρα και την κοπανήσαμε  από την έξοδο κινδύνου.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

ΑΣΗΓΩΝΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΑ ΣΕ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019 0

Η Αγρίμαινα άνοιξε τα μάτια της για τελευταία φορά. Τίναξε από πάνω της την αρρώστια, πέταξε ανάλαφρα έξω από το παράθυρο και κούρνιαξε πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του γέρικου πλατάνου. Αγκάλιασε το χωριό με το βλέμα της, γεμάτη χαρά και ανακούφιση που δεν πόναγε πια. Ξαναφτερούγισε πάλι αυτή τη φορά μακρύτερα, ψηλότερα και ούτε κατάλαβε πότε έφτασε στην Ασή Γωνιά, στο Ποτιστήρι εκεί που μικρή κοπελιά γέμιζε το σταμνί από τη βρύση και το κουβαλούσε γουργουρίζοντας με τις φιλενάδες της μέχρι το σπίτι τους, δίπλα στο κονάκι των Μπερβανήδων. Από δω βγήκε κάποτε να πάει νύφη στον Άγιο Κωνσταντίνο. Στους "κατωμερίτες". Κοίταξε τα βουνά γύρω της που ορθώνονταν σαν κύματα βουβά και μαρμαρωμένα, φύλακες του χωριού και των ανθρώπων του. Των ανθρώπων της. Θυμήθηκε που κάθε Σεπτέμβρη του Τιμίου Σταυρού ανέβαινε όλο το χωριό στο μικρό κάτασπρο εκκλησάκι. Μετά το αντίδωρο έτρωγαν κρύο βραστό αρνί.

Έδωσε μια ξαναγύρισε στο χωριό του Μιχάλη της και ξανακούρνιασε στον Πλάτανο. Από κάτω της είδε τους δυο άντρες που ανάθρεψε να κλαίνε και τα εγγόνια της να τους κοιτούν άναυδα. Αχχχ, να μπορούσε να τους πει ότι τώρα ήταν καλά, καλύτερα από ποτέ. Πήρε βαθειά ανάσα και ένιωσε τη μυρωδιά του καφέ και της τσικουδιάς να αναδύεται από το εσωτερικό του καφενείου, μαζί με αναμνήσεις από εκείνο το μέρος που εντός του από κοπελούδα έγινε γυναίκα, μάνα και γιαγιά.
Πόσα μπρίκια έβρασε, πόσα ρακοπότηρα γέμισε, πόσες γαζόζες, λεμονάδες, μπυράλ και μπύρες ξεκαπάκωσε με κείνο το αλουμινένιο ανοιχτήρι ! Θυμήθηκε τον Κωστή "το μποντικό" που παλιά είχε εκεί το τζαγκάρικο, τον άντρα της να γδέρνει σφαχτά πιασμένα στο τσιγκέλι που κρέμοταν από το μπαλκόνι. Θυμήθηκε άντρες που έφερναν πρωϊ τον κόπο τους για να τον πουλήσουν στο γαλατά κι ύστερα χαζολογουσαν για λίγο ρουφώντας τον καϊμακλή τους. Θυμήθηκε γέρους που αφηγούνταν ιστορίες από τα παλιά και ξενιτεμένους να λένε ιστορίες από τόπους άλλους. Το Χαρίδημο να παίζει πρέφα με το Φιλιππάκη και τον Αντούρο που ερχότανε από τον Άη Γιώργη πάνω σε ένα άσπρο μουλάρι έχοντας περασμένη στους ώμους του μια στραβοκατσούνα και που όταν έπαιζε τα χαρτιά, τραγουδούσε τον Ερωτόκριτο που τον ήξερε όλον από μνήμης. Το Λιλίκο να μαλώνει με το Βανταρογιάννη για τα πολιτικά, το Μανώλη "τσ'Αννίτσας" να μεθά παρέα με τον Τζιμπουκοβαγγέλη.
Θυμήθηκε καλοκαιρινά γαμήλια πανηγύρια στην πλατεία με πιλάφι, χύμα κρασί, και καρπούζια, μνημόσυνα με  θολόσταση και κόλυβα, κηδείες που άρχιζαν με τη βαριά καμπάνα του Αγίου Κωνσταντίνου και κατέληγαν με πικρό καφέ και παξιμάδια. 
"Θα θυμάται κανείς άραγε τη δικιά μου αναχώρηση"; αναρωτήθηκε η Αγρίμαινα ανοίγοντας τα φτερά της για στερνή φορά προς το φως που την περίμενε καθαρό και αμόλυντο.

"Εγώ θα τη θυμούμαι", πετάχτηκα στον ύπνο μου και άνοιξα τον υπολογιστή.

***  Τα πρωϊνά που ξύπναγα για το σχολείο, έβγαινα στο δρόμο και κοιτάζοντας προς το "Λιβάδι" έβλεπα την Αγρίμαινα να σκουπίζει υπομονετικά το πεζούλι της και το πλαταιάκι του πλατάνου. Αυτή η γαλήνια εικόνα μου χάριζε τη βεβαιότητα ότι όλα ήταν καλά και ειρηνικά. Ότι πάντα κάποιος θα είνα εκεί και θα καθαρίζει τον κόσμο από κάθε ρυπαρό και άχρηστο. Είμαι σίγουρος ότι στον Παράδεισο η Άννα του Μιχάλη του Αγρίμη πήρε μαζί και τη σκούπα της. Μια καλή νοικοκυρά είναι παντού χρειαζούμενη.




Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Ομελέτα με τζιτζίκια

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019 0

- Ήντα κάνεις ετουδά χωσμένος μπρε συ;
Βγήκα απογοητευμένος από την κρυψώνα μου κάτω από την πέτρινη σκάλα.
Ήμουνα σίγουρος ότι το κοπέλι που τα φυλούσε δε θα φανταζόταν ποτέ ότι είχα κρυφτεί σε κατοικημένο σπίτι, ούτε και η γριά που το κατοικούσε θα μ' έπαιρνε χαμπάρι.
Στην δεύτερη εκτίμηση έπεσα έξω.
- Ήταν γυρεύεις παιδί μου επαέ στο ξενο σπίτι, ξαναρώτησε αλλά στη φωνή της δεν διέκρινα ίχνος θυμού. Είχε καταλάβει ότι παίζαμε κρυφτό. Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα. Ένα πονηρούτσικο χαμόγελο είχε αρχίσει να δροσίζει τα σακουλιασμενα μάγουλα. Αυτό το  χαμόγελο πρέπει να το είχε από κοριτσάκι. Έτσι είναι, όσο και να γεράσει κανείς, κάτι μένει στη μορφή του από τα παλιά, αλλιώς μένει ορφανός κι ασύνδετος, χωρίς σημείο αναφοράς στο νεο άνθρωπο που υπήρξε πριν από εκείνον.
Χαμογέλασα λοιπόν κι εγώ σκεφτόμενος την απάντηση που θα της έδινα. Όρθωσα το μπέτη μου για να πάρω ύψος, έβαλα τους αντίχειρες στην αγκράφας της ζώνης του κοντού παντελονιού και ανακοίνωσα υπερηφάνως:
- Κυνηγώ τζιτζίκους θειά Ολυμπία και παραφυλώ επαέ εδά που πέφτει ο ήλιος και θα τελειώσουνε το τζιτζίρισμα, να 'ρθουνε για ύπνο και να τσοι τσακώσω ούλους μαζί.
Σοβάρεψε ευθύς.
- Αλήθεια κυνηγάς τζιτζίκους;
Αμάν, σκέφτηκα, δεν το έχαψε. Θα πάει αύριο να τα πει τση μάνας μου, κι όχι μόνο παραβάτης ξένης ιδιοκτησίας αλλά και ψεύτης κι απατεώνα. Σίγουρα η λυπητερή συνέχεια της ιστορίας θα δινότανε με τη μουρνόβιτσα. Τώρα όμως που ξεκίνησα δεν υπήρχε γυρισμός.
- Αλήθεια θεια Ολυμπία. Ούλο το χωριό γυρίζω και τση μαζώνω.
- Και ήντα τσοι κάνεις άμα τσοι πιάσεις;
- Τσοι πουλώ θεια Ολυμπία. Με το κιλό.
- Και ποιός τσ'αγοράζει μπρε χαραμπάτη;
- Οι αθρώποι θειά Ολυμπία, οι χωργιανοί.
- Και ήντα μπρε κακορίζικε τσοι κάνουνε τσοι τζιτζίκους οι αθρώποι;
- Τσοι τρώνε θεια Ολυμπία!
Να το πάλι το δροσερό χαμόγελο μαζί με ένα ζωηρό σταυροκόπημα:
- Ο Θεός να σε βλέπει κοπέλι μου και δεν εκάτεχα ήντα 'θελα φάω απόψε. Άμε παντέξουρο και μάζωξέ μου δυο κιλά και φέρε μου τα γλήγορα!
- Ήντα θα τσοι κάμεις θειά τόσους τζιτζίκους θεια Ολυμπία;
- Θα τσοι φάω κοπέλι μου, απού πεινώ. Άμε παιδί μου κι εγώ θα σου τσοι πλερώσω χίλιες δραχμές το κιλό.
Ποιός δούλευε ποιόν τώρα;
- Εντάξει θειά, πάω.
- Καλό κυνήγι παιδί μου.
Ε ρε δούλεμα. Στράφηκε προς την πόρτα αλλά ξάφνου σα να θυμήθηκε κάτι και σταμάτησε.
- Άκου να σου πω, μια που θα πας, για να κάμεις και πιο γλήγορα να πας εκέ στοι συκιές απού ναι οι ξεραμενοι τζιτζίκοι γιατί οι άλλοι με πειράζουνε.
Φοβήθηκε φαίνεται μην πάρω αμπάριζα και ξεκάνω όλα τα τζιτζίκια του χωριού.
- Εντάξει θειά Ολυμπία. Δυο κιλά ξεραμένους τζιτζίκους.
Μερικά καλοκαίρια αργότερα παρέα με άλλα κοπέλια περνάγαμε ένα απόγευμα από την πόρτα της πηγαίνοντας να κλέψουμεχλωρά ρεβύθια. Είχαν βγάλει μαζί με κάτι γειτόνισες καρέκλες έξω, και απολάμβαναν κουβεντιάζοντας το βοριαδάκι, που περνούσε από τη μεσοχωριά και ανακούφιζε τον κόσμο από το ολοήμερο βράσιμο του Αυγούστου.
Με υποδέχτηκε με κείνο το πονηρούτσικο χαμόγελο των νειάτων της:
- Έφερες πράμα να φάω;
- Εμάζωξα οψάργας θεια κιας τρία κιλά τζιτζίκους πρώτο μπράμα.
- Κι είναι καλά ξεραμένοι παιδί μου;
- Πιο τραγανοί κι από γαριδάκια θειά Ολυμπία.
- Φέρε μου παιδί μου οντέ θα ξαναπεράσεις ένα κιλό να τσοι κάμω με τ'αυγά.
- Α θέλεις κι αυγά θειά Ολυμπία έχω να σου φέρω από σπουργίτες.
- Όι παιδί μου έχω τα φυτεμένα στο σώχορο και τα κόβο και τρώω.

Οι γειτόνισσες και τα υπόλοιπα κοπέλια μας άκουγαν παραξενεμένοι.

Όπως φεύγαμε γυρίζει και μου κάνει ο ένας από τη συμμορία:
"Μα ήντα μαλακίες έλεγες πάλι μρε Κατσαντρέ;"








Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

Ο Δωδεκάλογος του Καφετζή

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019 0



1.     Ο χειρότερός σου εχθρός είναι η μύγα.
2.     Βράζε βραδέως.
3.     Με τη σειρά του ο καθείς ας είναι παπάς ή βουλευτής.
4.     Δυο καφέδες στο ίδιο μπρίκι μόνο σε μνημόσυνο.
5.     Κανείς δεν πρέπει να σου πει για δεύτερη φορά πως πίνει τον καφέ του.
6.     Οι φουσκάλες μόνο στον καφέ όχι στο νερό.
7.     Άκου – βλέπε – σώπα. Ρίξε τη γνώμη σου στο νεροχύτη.
8.     Σεβασμό στους πρεφαδόρους - προσοχή στους τζογαδόρους.
9.     Εξυπηρετείς δεν υπηρετείς.
10. Η καθαριότητα είναι η μισή καφετζοσύνη. Η άλλη μισή είναι το σωστό χαρμάνι.
11. Όλοι έχουν δικαίωμα να κεράσουν· προηγείται όποιος το είπε πρώτος.
12. Αγάπα τον πελάτη σου όσο τον πετζαχτά σου.

Hello

 
ΝΥΣΤΟΛΟΓΙΟ ◄Design by Pocket, BlogBulk Blogger Templates