Η Ανεστολένη ξεπρόβαλε κουτσαίνοντας από τον πόρο του χωραφιού της και πήρε το χορταριασμένο μονοπάτι για να ανεβεί στον αμαξωτό. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν κουβά και στο άλλο ένα μισοάδειο σακί καλαμπόκι. Με είδε και κοντοστάθηκε.
Γεια σου θειά.
Ήντα κάνεις παιδί μου; Η μάνα σου, ο πατέρας σου η αδερφή σου;
Ούλοι καλά θειά Ελένη.
Ήντα γυρεύεις επαέ;
Ήρθα να θυμηθώ. Εσύ ήντα κάνεις; 20 χρόνια ποθαμένη κι ακόμη έρχεσαι να ταϊσεις και να ποτίσεις το χοίρο;
Κάποιες συνήθειες παιδί μου δε σ'αφήνουν ούτε κι όταν ποθάνεις.
Άφησε κάτω τον κουβά και το σακκί και έκατσε στο πεζούλι απέναντί μου.
Επαέ δίνατε ραντεβού και φιλούσατε τσοι κοπελιές ε;
Ναι. Και γράφαμε με κάρβουνο ερωτικές εξομολογήσεις στον ασβεστωμένο τοίχο και στις κολώνες.
Θυμάσαι που σου 'καμα την παρατήρηση τότε ε;
Και σε έβρισα χυδαία θειά Ελένη. Ποτέ δε σου ζήτησα συγνώμη.
Ήσουνα κοπέλι.
Και δεν πήγες να το μαρτυρήσεις στη μάνα μου.
Με φωνάζατε λαδούρα, αυτό μου 'λειπε να με λέγατε και ρουφιάνα.
Ήσουν σφιχτοχέρα.
Ανάστησα, σπούδαξα και πάντρεψα δυο θυγατέρες.
Σκορποχέρης ο άντρας σου ε;
Αχ, παιδί μου. Δεν ξέρεις πόσο.
Εδά Ελένη δεν έχομε άλλη ρακή, φώναξα ενθουσιασμένος.
Ναι, είχαν έρθει μουσαφίριδες, των έβγαλα κάτι φυστίκια, ήπιανε όλο το μπουκάλι, κι όταν εκείνος ζήτησε κι άλλο και του 'πα ότι ετελείωσε το πιοτό, πήγε απάνω έφερε τη γεμάτη πεντοκαδούσα και την έκαμε χίλια κομμάτια.
Γελάσαμε πολύ με αυτήν την ιστορία.
Εγώ δε γέλασα.
Αναστέναξε, έχωσε το χέρι στην τσέπη της κουρελιασμένης ποδιάς, έβγαλε μια κασετίνα τσιγάρα και άναψε ένα. Φύσηξε τον αχνογάλαζο καπνό ψηλά. Μου έδωσε το πακέτο.
Ούλα τα έβλεπες εδώ στην Κάτω Βρύση.
Το ξέρεις ότι κάθε πρωί, σαν τώρα, έβλεπα τη Δώρα να περπατεί;
Όι ρε θειά, δεν τση το'χα να κάνει τέτοια γυμναστική.
Ούτε ο Γιώργης ο άντρας τση, την επίστευε ότι έφτανε μέχρι τη Σωτήρα τόσα χιλιόμετρα δρόμο. Για να τον πείσει του 'φερνε ένα πλατανόφυλλο.
Χαχαχαχαχα!
Ναι, μ' αυτό γελούσα κι εγώ.
Δύσκολος ο μπάρμπα-Παυλής σου. Έβαζε στο δίκανο χοντρό αλάτι και μας πυροβολούσε.
Τέθοιοι που ήσταστε καλά σας έκανε. Χειμώνα καιρό βουλώνατε το μπουρί τση σόμπας με εφημερίδες και κλείνατε το ηλεκτρικό από το ρολόι της ΔΕΗ. Μια φορά βγήκα στο δρόμο με το κομπινεζόν.
Παίζαμε ρε θειά.
Ε, κι ο Παυλής μου έπαιζε. Με το δίκανο.
Θυμάσαι ένα βράδυ με τσ'ανηψιές σου που καθόμασταν στην Πέτρα και βγήκες και σκούπιζες το δρόμο τρεις η ώρα τα ξημερώματα;
Επέβλεπα.
Βασικά μας έκανες σπάσιμο.
Ήντα σας έκαμα;
Άστο. Είναι αλήθεια ότι είχες χάσει το ένα γάντι σου και έμπαινες στο λεωφορείο με το ένα χέρι στην τσάντα για να μη φαίνεται ότι έλειπε;
Ναι.
Σου πουλούσαμε το λάδι από τα κάλαντα και τη ρίγανη που μαζεύαμε από τις άκρες του δρόμου.
Τη ρίγανη την πετούσα και τα γουρσουζόλαδα τα πετούσα. Χάρη σας έκανα.
Το ξέρω.
Με τα λεφτά αγοράζατε τσίχλες και γλειφιτζούρια. Από το μαγαζί μου.
Άρα σε σένα τα δίναμε πάλι.
Ε ναι. Δικά μου δεν ήτανε εξ αρχής;
Όταν πουλούσες παγωτά, αλήθεια είναι ότι έκλεινες το ψυγείο τα βράδυα για να κάνεις οικονομία; Τα κυπελάκια κοκτέηλ ήταν σα παγωμένες σούπες.
Όχι. Το ψυγείο ήταν αχαμνό και δεν ανέβαζε ψύξη. Ξέρεις πόσα παγωτά είχα πετάξει;
Δεν ήρθα να σε δω στο νοσοκομείο κι ας ήμουνα στην Αθήνα.
Στα χάλια που είχα φτάσει καλύτερα που δεν το έκαμες.
Κάνω παρέα με το εγγόνι σου. Το γιατρό.
Πίνετε ε;
Σαν τους χοίρους θεια Ελένη.
Σηκώθηκε απότομα και μου πέταξε στα πόδια το σακί με το καλαμπόκι.
Πάρετε να έχετε για μεζέ.
Έσβησα το καρέλια στο πεζούλι.
Όταν γύρισα να την κοιτάξω δεν ήταν εκεί.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου