Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Να σέβεσαι τους νεκρούς και να ρωτάς τη γνώμη τους.

Μερικές φορές νομίζω πως όλα έχουν ειπωθεί. Απλώς εμείς επιμένουμε να μην θυμόμαστε ή να μην φροντίζουμε να μάθουμε : «Η Ελλάδα ήταν επόμενο να έρχεται πρώτη και στις πτωχεύσεις, φθάνοντας τις 4 μέσα σε 110 χρόνια. Μία το 1827, δεύτερη το 1843, τρίτη το 1893 και τέταρτη το 1932. Στις δικές μας χρεωκοπίες υπάρχει και μία μεγάλη διαφορά, όταν τις συγκρίνεις με τις χρεωκοπίες των άλλων χωρών. Αντί δηλαδή να ωφεληθούμε απʼ αυτές, όπως έγινε αλλού, αντίθετα υποχρεωθήκαμε να πληρώσουμε με τόκους κι επιτόκια τα καθυστερούμενα τοκοχρεωλύσια. Και κοντά σʼ αυτά, οι δανειστές μας επέβαλαν ένα σωρό ξεφτιλισμούς κι εκβιασμούς σε βάρος της ανεξαρτησίας και της εθνικής μας αξιοπρέπειας». Νίκος Μπελογιάννης "ΤΟ ΞΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ". 1943.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Το πορτρέτο της Μαρίνας

Ήταν η πριγκίπισσα του χωριού. Μοναχοκόρη του μεγαλοκτηματία, εμπόρου, μεταπράτη, μεσίτη, τοκογλύφου, πολιτευτή και τι δεν ήταν ο ο μπαμπάς της, κυρίου Θεοδώρου,  που είχε καταφέρει να αυγατίσει την ήδη μεγάλη περιουσία του πατρός του και να γίνει ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του τόπου του. Η σύζυγός του και μητέρα της η Ασπασία, ήταν μια ευειδής αλλά κάπως τροφαντή μοσχαναθρεμένη κόρη μεγαλεμπόρου ζωοτροφών (συνεργάτη του κυρίου Θεόδωρου), που όσο η τρισχαριτωμένη κορούλα της ομόρφαινε και ψήλωνε, τόσο εκείνη ασχήμαινε και χόντραινε. Όσο για τον κύριο Θεόδωρο εκείνος συνέχισε να πλουτίζει  Έτσι είναι, τα νειάτα και η ομορφιά διαρκούν λίγο, μα η ανθρώπινη πλεονεξία δεν έχει τελειωμό. Αντίθετα με άλλους προνομιούχους, ο κύριος Θεόδωρος δεν άφηνε το χωριό για να μετοικήσει στην πόλη έχοντας υπόψιν το σχετικό ρητό περί πρωτιάς και δευτεροσύνης και απολάμβανε την πρωτοκαθεδρία του απέναντι σε αγροτοκτηνοτρόφους, εργάτες και υπαλληλίσκους οι οποίοι τον έβλεπαν σαν ένα θεσμ...

Στην Κάτω Βρύση.

Η Ανεστολένη ξεπρόβαλε κουτσαίνοντας από τον πόρο του χωραφιού της και πήρε το χορταριασμένο μονοπάτι για να ανεβεί στον αμαξωτό. Στο ένα χέρι κρατούσε έναν κουβά και στο άλλο ένα μισοάδειο σακί καλαμπόκι. Με είδε και κοντοστάθηκε.  Γεια σου θειά. Ήντα κάνεις παιδί μου; Η μάνα σου, ο πατέρας σου η αδερφή σου; Ούλοι καλά θειά Ελένη. Ήντα γυρεύεις επαέ; Ήρθα να θυμηθώ. Εσύ ήντα κάνεις; 20 χρόνια ποθαμένη κι ακόμη έρχεσαι να ταϊσεις και να ποτίσεις το χοίρο; Κάποιες συνήθειες παιδί μου δε σ'αφήνουν ούτε κι όταν ποθάνεις. Άφησε κάτω τον κουβά και το σακκί και έκατσε στο πεζούλι απέναντί μου. Επαέ δίνατε ραντεβού και φιλούσατε τσοι κοπελιές ε; Ναι. Και γράφαμε με κάρβουνο ερωτικές εξομολογήσεις στον ασβεστωμένο τοίχο και στις κολώνες.  Θυμάσαι που σου 'καμα την παρατήρηση τότε ε;  Και σε έβρισα χυδαία θειά Ελένη. Ποτέ δε σου ζήτησα συγνώμη. Ήσουνα κοπέλι. Και δεν πήγες να το μαρτυρήσεις στη μάνα μου. Με φωνάζατε λαδούρα, αυτό μου 'λειπε να με λέγατε και ρουφιάνα. Ήσουν σφιχτοχ...

Οκτώ λεπτά.

  Το ‘χα χρονομετρήσει στο στρατό. Ένα τσιγάρο διαρκούσε οκτώ λεπτά, το Camel βέβαια γιατί αν είχα κάνει τράκα κανένα ελαφρύ, δεν έβγαζε το πεντάλεπτο. Έτσι μετρούσα το ατέλειωτο δίωρο της σκοπιάς σε οχτάλεπτα. Δώδεκα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο με δυο λεπτά διάλειμμα στο ενδιάμεσο. Στο τέλος δε χρειαζόμουνα ούτε το ρολόι, μόλις έσβηνα το δωδέκατο, μάζευα με την ησυχία μου τα αποτσίγαρα, τα τύλιγα σε ένα φύλλο τσοντοπεριοδικού που το έκανα μπαλάκι και το πέταγα στο κράνος του δεκανέα αλλαγής αντί για το προβλεπόμενο «αλτ τις ει». Χακί αριθμητική ακριβείας… -           Και από τι πέθανε ο φίλος σου; -           Από τσιγάρο. -           Κάπνιζε πολύ; -           Μπα, δεν το   ‘χε βάλει ποτέ στο στόμα του. -           Α, παθητικός καπνιστής. -...