Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Το κυριακάτικο Βατερλώ της Nora Bone

--> Δεκαετία του 60. Κάπου στο Μπέρμπινχαμ. Τα παιδιά είναι σκληρά και αδυσώπητα. Μόνο τα παιδιά δίνουν στα πρόσωπα και στα πράγματα το αληθινό τους όνομα. Την έλεγαν Ολίβια, αλλά η έφηβη κόρη της η Σάμυ και οι κολλητές της η Ρούθ και η Τζέην, την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά Nora Bone. Νόρα-κόκαλο. Αυτό που δεν έχω ξεκαθαρίσει είναι αν τη φώναζαν έτσι επειδή   ήταν μόνιμα κόκαλο από το ποτό ή επειδή της άρεσαν τα αντρικά, σκληρά «κόκαλα». Ή και τα δυο; Η Νόρα διέθετε   μια τεράστια συλλογή. Από μπουκάλια και άντρες. Ο σύζυγός της είχε πεθάνει πρόωρα αρχές της δεκαετίας του 60 όταν η Σάμυ ήταν μωρό ακόμα, από σκλήρυνση κατά πλάκας. Δε μπορούσε να κάνει πολλά μια χήρα γυναίκα μ’ ένα μωρό παιδί σε ένα χωριό στο Μπέρμπινχαμ, κι εκείνη διάλεξε χωρίς δισταγμό το χειρότερο: έπινε ασταμάτητα. Επίσης πήγαινε με τύπους που έπιναν ασταμάτητα.   Έναν από αυτούς τον βρήκε νεκρό ένα πρωΐ στο κρεβάτι της, σκασμένο από το πιόμα της προηγούμενης μέρας. Ήταν δασκ...

Η Νύχτα του Αγίου Βαλεντίνου

Θεσσαλονίκη 1989. Δεν μου καλο-ήρθε που ο Μωχάμαντ αρραβωνιάστηκε την Α. Όχι επειδή εκείνος ήταν Παλαιστίνιος κι εκείνη Ελληνίδα, αλλά γιατί τόσους μήνες που τους ήξερα τη μια μέρα ήταν μαζί και την άλλη ήταν σκοτωμένοι.Όχι ότι δεν αγαπιόντουσαν, κάθε άλλο νομίζω, αλλά ήταν κι οι δυο δύσκολοι χαρακτήρες, κακοτράχαλοι. Από τη μια ο ζόρικος ανατολίτης κι από την άλλη η αυτάρχω κρητικιά που δε σήκωνε ούτε μυγοπόδαρο στο σπαθί της. Επίμονες, κυριαρχικές φύσεις που έκαναν ο ένας δύσκολη τη ζωή του άλλου, για μια τελευταία κουβέντα, μια κοφτή ματιά ή ένα νεύμα ειρωνικής συγκατάβασης. Η Α. ήταν από τα πρώτα άτομα που με καλοσώρισαν στη Θεσσαλονίκη εκείνο το Φθινόπωρο. Φαίνεται ότι δεν είχα συνηθίσει μακριά από την οικογένεια και βρήκα στο πρόσωπό της μια άλλη αδερφή. Ή μια μάνα... Δε μου χάριζε κάστανο. "Κατσανδρεδάκη, κουμμούνι, είσαι ο πλιό μαλάκας τση Ένωσης Κρητών Φοιτητών από καταβολής της" μου έλεγε όταν τη φούρκιζα. "Κι εσύ είσαι η κακιά μάγισσα της φοτητικής ...

Σπύρος "the Pilot"

Άμα με τσάκωνε να γράφω τη νεκρολογία του θα μου έλεγε αυστηρά: - Τι ψάχνεις να βρεις τώρα ρε φιλιότσο, τον άξονα της γης; ο άξονας της γης είναι νοητός. - Ρε νονέ, αφού πέθανες, να μη γράψω το κατιτίς μου; - Και τι είσαι συ, γραφέας επικηδείων; - Ο βαφτισιμιός σου είμαι νονέ. - Ναι αλλά εκτός τούτου, και συν τοις άλλοις, φιλιότσο, σημασία έχει ο Μανώλης ο Μαρνιέρος, ο Βαγγέλης ο Σπαντής, ο Γιάννης ο Ζερβός, ο Παπαδογιάννης, ο Γιάννης ο Μέτζος, ο Κωστής, ο Γιώργης τ'Αλεξά, η Μαριάννα και όλοι μα όλοι οι χωριανοί να είναι καλά και να περνάνε ωραία. Και ο σύντεκνος οπωσδήποτε και η συντέκνισσσα. - Ναι ρε νονέ αλλά μπορεί να μην περνάνε και τόσο καλά τώρα γιατί, μόλις σε θάψανε. - Ναι, αλλά έκτός τούτου φιλιότσο, σημασία έχει η καλή παρέα και να περνάμε καλά. - Θυμάσαι τότε, λίγο μετά τη χούντα, που τραγουδούσε ο Ξυλούρης στο Ρέθυμνο και ήμασταν πίσω – πίσω με τους όρθιους νήπιο σχεδόν εγώ και δεν έβλεπα παρά τη ...

Το Πάρτυ

Ήχος κινητού. Έπρεπε να το είχα κλείσει ο μαλάκας. Ναι! Έλα ρε μάνα, ναι καλά είμαι, εσύ; Ναι ρε μαμά είχα δουλειές δε σε πήρα. Που είμαι; Σ'ένα πάρτυ μαμά... Ναι, πάρτυ. Ναι, μεσημεριάτικα ρε μάνα, αφού το ξέρεις, είναι ανώμαλοι αυτοί οι Αθηναίοι. Πολύς κόσμος ναι. Εξαιρετικοί άνθρωποι, ναι ρε μάνα, αφού ξέρεις ότι κυκλοφορώ ανάμεσα στην καλή κοινωνία. Ναι, ήρθανε όλοι ακάλεστοι κι εγώ μαζί, φοράνε και τα καλά τους, σα τις μύγες είναι με τα μαύρα γυαλιά. Τι; Λέω, γυαλιά καρφιά θα τα κάνουμε μετά. Όχι ρε μάνα δεν πίνω δεν παίζει πιοτό εδώ. Κανένα κονιάκ στο τέλος με τον καφέ. Τι; θα πάω για καφέ μετά λέω. Ένας παλιός φίλος το κάνει, ναι... δεν τον ξέρεις ρε μαμά... θυμάσαι που είχες βρεί στο βιβλίο της Ιστορίας μου στη 3η Γυμνασίου το ποίημα που έλεγε για τη σιλικόνη στα βυζιά, ναι ρε μαμά αυτουνού ήτανε, ναι, τότε που φώναζες σαν τρελή ότι θα καταστρέψω τη μικρή μου αδερφή με τις αηδίες που φέρνω στο σπίτι. Όχι ρε μάνα, δεν είσαι τρελή, τρόπος του λέγειν, που λέει ο λόγος ...

Ο Παίχτης

Κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο πατέρας μου έπαιρνε το μεγάλο τετράγωνο τραπέζι της κουζίνας μας και το έβανε στο κέντρο του καφενείου, άπλωνε τη μεγάλη πράσινη τσόχα (εδώ κι εκεί τρύπια πό τις κάφτρες των τσιγάρων) κι ετοίμαζε την πρωτοχρονιάτικη μπαρμπουτιέρα. Αφού αράδιαζε τις καρέκλες γύρω-γύρω, έβγαζε από την κρυψώνα τα μεγάλα λευκά ζάρια και τα απίθωνε στη μέση του τραπεζιού. Τη διαδικασία παρακολουθούσαν ανέκφραστοι κι αμίλητοι οι γέροι που στριμωγμένοι γύρω από την ξυλόσομπα προσπαθουσαν να ζεσταθούν. Καθώς έπεφτε το βράδυ εορταστικό και ειρηνικό οι παίχτες έπαιρναν ένας-ένας τη θέση τους. Δεν ήταν μόνο οι "καθ'έξιν" κουμαριτζήδες αλλά και οι αποδέλοιποι που έπαιζαν ζάρια "για το καλό του χρόνου". Αρχή κάναμε εμείς τα πιτσιρίκια που εκπαιδευόμασταν στα ήθη των παιγνίων παίζοντας στα ζάρια γαριδάκια, σοκολάτες και κάτι δραχμές κερδισμένες από τα χαρτζιλίκια ή τα κάλαντα. Ύστερα έρχονταν οι "μεγάλοι". Ξεκινούσαν με κάτι ταλαιπωρημένα μπλέ πενη...

Σταύρος

Ένα μπλε Ηonda-SS 50,τζιν παντελόνι καμπάνα.Γυαλιά καθρέφτες.Η πρώτη σου συνάντησή με τη γυναίκα σου που έτρωγε μια άσπρη πάστα στο καφενείο του Αναστάση στο Ρέθυμνο, εκεί που έφευγαν παλιά τα λεωφορεία για το χωριό.Ένα Hyundai αγροτικό κόκκινο χρώμα. Το ξυλουργείο απέναντι από την Παναγία στο δρυ. Μυρωδιά από ιδρώτα και πληγωμένο ξύλο. Ο θόρυβος της πλάνιας και της πριονοκορδέλας. Το χέρι σου ξερό και αδρό σαν κούτσουρο, η χειραψία σύντομη, σφιχτή και σταθερή. Αντρίκεια αλλ ά όχι ανοίκεια.. "Γεια σου Κωστάκι" έλεγες πάντα. Πάντα ήσουν κουρασμένος. Ποτέ κακόκεφος. Μόνο κουρασμένος, Ήθελα να σου πω ότι πέρσι που ήρθα στο χωριό είδα στο πρόσωπο του γιου σου το καθαρό σου βλέμα. Μιλήσαμε για λίγο. Καλή δουλειά έκαμες. Μπράβο . Αυτό ήθελα να σου πω αλλά δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβες. Αν είναι όπως τα λέγανε οι γράδες φίλε, θα ξαναβρεθούμε κάποτε. "Γεια σου Κωστάκι" θα μου πεις και θα μου σφίξεις το χέρι. Εγώ δε θα πω τίποτα. Θα σου κάνω πάλι τράκα ένα τζιγά...

Αααααααααααααααααα !

"Θεέ μου τη δεύτερη φορά που θα `ρθω για να ζήσω όσο η καρδιά κι αν λαχταρά δε θα ξαναγαπήσω” Ο Μιχάλης, ο Δημοσθένης και ο Ηρακλής. Τους περίμενα στη γωνία και τους τρεις· δε μπορεί σκεφτόμουν, θα πέσουν κι αυτοί στην παγίδα που έχει στήσει ο Λοΐζος σε όλους τους “καζαντζιδίστας”. Βλέπετε η φαινομενικά απλή μελωδία σε ξεγελά, κι όταν πια καταλάβεις ότι μετά την κατηφόρα όπου τα έχεις δώσει όλα, έρχεται η απότομη αριστερή στροφή, είναι πολύ αργά πλέον και πέφτεις με φόρα πάνω σ’εκείνο το “λαχταράάάάάά” για να βυθιστείς θριαμβευτικά μέσα σε στην παράφωνη κολλώδη λάσπη όπου το “ααααααααα” χάνει την ικμάδα και το μελοδραματισμό του και μετατρέπεται σε ένα βραχνό κοκόρισμα που φέρνει γέλιο και βήχα. Πόσο έξω είχα πέσει! Εκείνοι με άνεση, πάτησαν σταθερά στη μελωδία, απόλυτα συγχρονισμένοι και οι τρεις χωρίς να τους φύγει ούτε μισό ημιτόνιο. Μόλις τέλειωσαν ο Δημοσσθένης μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Όχι που θα στη χαρίζαμε ρε μαλάκα. Τι μας πέρασες; Σήκωσα το ...