Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εθνική επέτειος

  - Αποκλείεται, δεν το κάνω που να χτυπιέσαι. - Ρε φίλε, σε παρακαλώ δεν έχω άλλον. - Βάλε το Μήτσο. - Τον οδηγό του διοικητή; Τον ξέρει ρε μαλάκα ο Συνταγματάρχης, θα τον αναγνωρίσει. - Το Στέφανο. - Αυτός δεν ξέρει ούτε να μιλά καλά-καλά ηλίθιε, πώς είναι δυνατόν να περάσει για γιατρός; - Το Νίκο. - Φοβιτσιάρης. - Το Γιώργο που είναι και νοσοκόμος στη μονάδα. - Δε μιλιόμαστε. - Τον άλλο Νίκο, από τη Λάρισσα. - Κοίτα Κώστα, εσύ θέλω να το κάνεις. - Γιατί; - Γιατί είσαι αεράτος και φοράς και γυαλιά. - Κι επειδή έχω αέρα και αστιγματισμό πρέπει πάω στρατοδικείο δηλαδή; - Ρε μαλάκα σε ικετεύω. ΑΝ δεν πάω στο πάρτυ τη Λίτσας απόψε δε θα μου ξαναμιλήσει. - Ας μην της το έταζες αν δε μπορούσες. - Που να 'ξερα ότι θα με έχωνε μέσα τελευταία στιγμή υπηρεσία 25η Μαρτίου ο κωλο-διοικητής; - Έτσι θα λέω κι εγώ στο κελί των στρατιωτικών φυλακών Αυλώνας:«που να ξερα ότι θα μ' έχωνε μέσα ο κωλόγιατρος»; - Ρε Κωστάκη, λυπήσου με, τι σου ζητάσω ρε αρχίδη; Κάτσε εδώ με τις νοσοκόμες κι άν έρ...

Sweet Sixteen (Κωνσταντίνου και Ελένης)

Η πρώτη ερωτική απογοήτευση μοιάζει με το τέλος του κόσμου: όλα έχουν τερματίσει οριστικά και αμετάκλητα με το χειρότερο δυνατό τρόπο, το μέλλον δεν είναι παρά ένα κενό, η ζωή δεν αξίζει ούτε δεκάρα, η ομορφιά χάθηκε για πάντα, όλα τα καταπίνει μια πύρινη λαίλαπα, τα συνθλίβει μια τρομερή σύγκρουση, τα κονιορτοποιεί μια υπερ-έκρηξη ή τα καταπίνει ένα απύθμενο βάραθρο. Εξαρτάται από το ποια ταινία είδες στην πιο πρόσφατη κοπάνα από το απογευματινό φροντιστήριο της Πέμπτης. Μετά μεγαλώνεις βέβαια και μαθαίνεις ότι έτσι γίνεται, το σύμπαν σου κάθε φορά καταστρέφεται από έναν έρωτα, εσύ μετά το ξαναχτίζεις για να ματαξανακαταστραφεί από τον επόμενο έρωτα κ.ο.κ. Η μόνη διαφορά έγκειται στο ό,τι κάθε φορά το σύμπαν που φτιάχνεις είναι ολοένα και μικρότερο κι όταν πια δε μείνει τίποτα για να το ξαναφτιάξεις δε χρειάζεται πια και να ερωτεύεσαι. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Εγώ τότε περνούσα τον παρθενικό μου Αρμαγεδώνα   τον οποίο και περιέγραφα εκείνο το βράδυ της 21 ης Μαίου το...

Ο καλός νοικοκύρης και η σκιά του

  Ο καλός νοικοκύρης εκείνο το ηλιόλουστο Σάββατο, γυάλιζε το αυτοκίνητο του κάτω από την πυλωτή της πολυκατοικίας, όταν είδε τον Ξένο να περιφέρεται έξω στο δρόμο. «Τι ‘ναι πάλι τούτος;» αναρωτήθηκε εκνευρισμένος, «δε φτάναν οι πλατείες στο κέντρο, δε φτάναν τα νησιά μας, σε λίγο θα μπαίνουν και μέσα στα σπίτια μας οι λαθραίοι». Στάθηκε και τον παρακολουθούσε, ενώ το δεξί του χέρι που κρατούσε το γυαλιστικό πανί, συνέχισε τις κυκλικές του κινήσεις πάνω στο καπό, εντελώς αδιάφορο για την αιτία του εκνευρισμού του ιδιοκτήτη του.   Εκείνος, ο Ξένος, κοίταζε γύρω του έκπληκτος, λες και κάποιο γιγάντιο χέρι τον είχε πάρει ξαφνικά από εκεί που ήταν και τον τοποθέτησε στη μέση ενός δρόμου που δεν είχε ξαναδεί, σε μια άγνωστη συνοικία μιας πόλης που δεν ήξερε το όνομά της. Ήταν κοντούλης, αδύνατος και πολύ μελαχρινός, με ρούχα φτηνά, ξεθωριασμένα και γεμάτα σκόνη, πολλή σκόνη. Ο καλός νοικοκύρης σκέφτηκε ότι αν του έδινε μια γερή στην πλάτη, όλη αυτή η σκόνη θα σήκωνε τέτοιο...

Κλαίγοντας και χορεύοντας

2003, Σαββατόβραδο στο Μπαρ του Σωτήρη στη Φωκίωνος Νέγρη. - Χαίρω πολύ κύριε Κοροβέση. - Περικλής καλύτερα, χωρίς το κύριε. - Κώστας, εβίβα. - Εβίβα. Τι κάνεις εδώ Κώστα; - Παίζω μουσική. - Θα παίξεις Creedence Clearwater Revival; - Αμέ. Μάταια προσπαθούσε να δείξει ότι ήταν κεφάτος. Στην πραγματικότητα απέναντί μου είχα έναν συντετριμμένο άνθρωπο γύρω στα 60 και κάτι. Είχε μπει λίγα λεπτά νωρίτερα στο μαγαζί, σταυροφιλήθηκαν ζεστά με τον ιδιοκτήτη (ο Τσάμπ αργότερα μου είπε ότι τον ήξερε από το μπαρ του Κόμη στο Γαλάτσι), έκατσε δίπλα μου, παράγγειλε μια βότκα σκέτη και άρχισε να κάνει ότι κι εμείς οι υπόλοιποι εκεί μέσα: να πίνει και να καπνίζει αμίλητος. Κάποια στιγμή που είδε το δικό μου ποτήρι να αδειάζει έκανε νόημα στον Τσάμπ, ο οποίος με ξανα-σέρβιρε χωρίς να πει κουβέντα, μόνο μια κίνηση των ματιών έκανε για να καταλάβω από πού ήρθε το κέρασμα. Τσουγκρίσαμε. - Έχεις κάτι Περικλή; - Σκατά. - Τι πράμα; ΡΕ ΣΩΤΗΡΗ ΧΑΜΗΛΩΣΕ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ, 5 άνθρωποι είμαστε...

Τζόκερ

Χτες βράδυ ονειρεύτηκα ότι είχαμε κάμει πάλι κοπάνα από το φροντιστήριο και είχαμε πάει να δούμε τσόντα στο "Καρτάλειο". Ξαφνικά άναψαν τα φώτα και στην αίθουσα όρμησαν μέσα οι μπάτσοι και ο γυμνασιάρχης. Ο τύπος αυτός μας πλάκωνε στα σκαμπίλια σε κάθε ευκαιρία. Κι ήτανε και στέλεχος του ΚΚΕ πανάθεμάτονε. Ήμασταν στα πίσω καθίσματα όπως πάντα, και οι ηλίθιοι άφησαν τον αργοκίνητο δημόσιο να προηγηθεί - μάλλον ανυπομονούσε να μας περιλάβει. Έτσι όπως προσπαθούσε να τρεξει στο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, προλάβαμε να δούμε τη φαλάκρα να γυαλίζει από τον ιδρώτα, σάλια να φεύγουν από το μισάνοιχτο στόμα και τη γλώσσα να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στα δόντια. Ρε σεις, δε μοιάζει σαν κλόουν; έκανε ένας. Ναι, σαν τον Μπόζο από τα γαριδάκια! Σκάσαμε στα γέλια, σβήσαμε τα τσιγάρα και την κοπανήσαμε  από την έξοδο κινδύνου.

ΑΣΗΓΩΝΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥΛΙ ΠΕΤΑ ΣΕ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

Η Αγρίμαινα άνοιξε τα μάτια της για τελευταία φορά. Τίναξε από πάνω της την αρρώστια, πέταξε ανάλαφρα έξω από το παράθυρο και κούρνιαξε πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του γέρικου πλατάνου. Αγκάλιασε το χωριό με το βλέμα της, γεμάτη χαρά και ανακούφιση που δεν πόναγε πια. Ξαναφτερούγισε πάλι αυτή τη φορά μακρύτερα, ψηλότερα και ούτε κατάλαβε πότε έφτασε στην Ασή Γωνιά, στο Ποτιστήρι εκεί που μικρή κοπελιά γέμιζε το σταμνί από τη βρύση και το κουβαλούσε γουργουρίζοντας με τις φιλενάδες της μέχρι το σπίτι τους, δίπλα στο κονάκι των Μπερβανήδων. Από δω βγήκε κάποτε να πάει νύφη στον Άγιο Κωνσταντίνο. Στους "κατωμερίτες". Κοίταξε τα βουνά γύρω της που ορθώνονταν σαν κύματα βουβά και μαρμαρωμένα, φύλακες του χωριού και των ανθρώπων του. Των ανθρώπων της. Θυμήθηκε που κάθε Σεπτέμβρη του Τιμίου Σταυρού ανέβαινε όλο το χωριό στο μικρό κάτασπρο εκκλησάκι. Μετά το αντίδωρο έτρωγαν κρύο βραστό αρνί. Έδωσε μια ξαναγύρισε στο χωριό του Μιχάλη της και ξανακούρνιασε στον Πλάτανο. Από κάτω της...

Ομελέτα με τζιτζίκια

- Ήντα κάνεις ετουδά χωσμένος μπρε συ; Βγήκα απογοητευμένος από την κρυψώνα μου κάτω από την πέτρινη σκάλα. Ήμουνα σίγουρος ότι το κοπέλι που τα φυλούσε δε θα φανταζόταν ποτέ ότι είχα κρυφτεί σε κατοικημένο σπίτι, ούτε και η γριά που το κατοικούσε θα μ' έπαιρνε χαμπάρι. Στην δεύτερη εκτίμηση έπεσα έξω. - Ήταν γυρεύεις παιδί μου επαέ στο ξενο σπίτι, ξαναρώτησε αλλά στη φωνή της δεν διέκρινα ίχνος θυμού. Είχε καταλάβει ότι παίζαμε κρυφτό. Σήκωσα τα μάτια και την κοίταξα. Ένα πονηρούτσικο χαμόγελο είχε αρχίσει να δροσίζει τα σακουλιασμενα μάγουλα. Αυτό το  χαμόγελο πρέπει να το είχε από κοριτσάκι. Έτσι είναι, όσο και να γεράσει κανείς, κάτι μένει στη μορφή του από τα παλιά, αλλιώς μένει ορφανός κι ασύνδετος, χωρίς σημείο αναφοράς στο νεο άνθρωπο που υπήρξε πριν από εκείνον. Χαμογέλασα λοιπόν κι εγώ σκεφτόμενος την απάντηση που θα της έδινα. Όρθωσα το μπέτη μου για να πάρω ύψος, έβαλα τους αντίχειρες στην αγκράφας της ζώνης του κοντού παντελονιού και ανακοίνωσα υπερηφάνως: - ...